• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

BERYKOKOΒερυκοκιά
Προύνος η αρμενιακή (Prunus armeniaca)
Οικογένεια: Ροδίδες (rosaceae)

Η βερυκοκιά, που κατάγεται από την Κίνα, μεταφέρθηκε στην Ευρώπη πριν από πάρα πολλά χρόνια, όπου καλλιεργείται για τα γλυκά και αρωματικά φρούτα της.
Τα ενήλικα δέντρα έχουν ύψος 7-8 μ. Η «κόμη», στρογγυλωπή, έχει διάμετρο 4-5 μ. Η φλούδα είναι κόκκινη – μαυριδερή. Τα φύλλα είναι ωοειδή, γυαλιστερά, με μακρύ μίσχο και πριονωτή παρυφή. Τα λουλούδια, με 5 πέταλα, είναι άσπρα με ροζ αποχρώσεις. Οι καρποί είναι δρύπες, λίγο ή πολύ ωοειδείς, με ένα αυλάκι κατά μήκος σε χρώμα κίτρινο – πορτοκαλί. Ανάλογα με την ποικιλία τα βερύκοκα ωριμάζουν από τον Μάιο ως τον Ιούλιο. Η παραγωγή αρχίζει 3-4 χρόνια μετά το φύτεμα. Οι βερυκοκιές μπορούν να ζήσουν 40-50 χρόνια.

Είδη και ποικιλίες
Υπάρχουν πάρα πολλές ποικιλίες βερυκοκιάς, οι οποίες όμως είναι πολύ ευαίσθητες στα διάφορα μικροκλίματα: Οι προσπάθειες μεταφοράς των ποικιλιών μιας περιοχής σε άλλες πολύ συχνά δίνουν αρνητικά αποτελέσματα. Γι' αυτό, με εξαίρεση λίγες ποικιλίες («Κανίνος», «Μονακό», «Καφόνα», κλπ.) που μπορούν να καλλιεργηθούν σε διάφορες συνθήκες, η εκλογή των ποικιλιών είναι στενά συνδεμένη με τις περιοχές από τις οποίες προέρχονται.
Στην Ελλάδα καλλιεργούνται αρκετές ποικιλίες. Η πιο πρώιμη απ'αυτές, που λέγεται «Τσαουλιά» ή «Ζερβού» ωριμάζει στα τέλη Μαΐου και είναι πολύ καλή. Πρώιμη, επίσης, (ωριμάζει μέσα στον Ιούνιο) είναι η ποικιλία «Τίρυνθος», που όμως δεν είναι νόστιμη ενώ πολύ καλές ποικιλίες είναι οι: «Διαμαντοπούλου», «Χασιώτικα» και «Μπεμπέκου».
Επίσης καλλιεργούνται οι ποικιλίες «Πλακάκια», «Μπόλια» Νάξου, πρώιμα «Αφάντου Ρόδου» και «Πλάκες». Στην Κέρκυρα καλλιεργείται η ποικιλία «Αρμελινία», που δίνει τα λεγόμενα αρμελίνια.
Από τις ξένες ποικιλίες αναφέρουμε τις: «Λουιζέτ», «Παβιό», «Καφόνα», «Μονακό», «Βασιλική της Ιμόλα», «Στρογγυλή του Τοσσινιάνο», «Μπουλίντα», «Ροδάκινο της Νανσύ» και «Βαλ Βενόστα».

Τεχνική της καλλιέργειας
Η βερυκοκιά είναι ένα ανθεκτικό δέντρο και η ζώνη όπου καλλιεργείται είναι πολύ εκτεταμένη: ξεκινά από την κεντρική Ευρώπη και φτάνει ως τις βορειοαφρικανικές ακτές. Για να καλλιεργηθεί με επιτυχία όμως, είναι απαραίτητες ορισμένες κλιματικές συνθήκες. Πρώτα-πρώτα δεν πρέπει να φυτεύεται σε περιοχές που υπόκεινται σε όψιμους παγετούς, μια και η βερυκοκιά ανθίζει πολύ νωρίς, τον Μάρτιο, και το κρύο θα μπορούσε να καταστρέψει την ευαίσθητη ανθοφορία και, κατά συνέπεια, την καρποφορία. Καλό είναι, επίσης, να μη φυτεύεται σε υγρό περιβάλλον, επειδή η υγρασία ευνοεί τη σήψη, που μπορεί να καταστρέψει τα λουλούδια και ύστερα τα φρούτα. Σ' όλες τις περιπτώσεις η βερυκοκιά πρέπει να φυτεύεται σε ηλιόλουστες θέσεις, προφυλαγμένες από τους ψυχρούς ανέμους. Οι απαιτήσεις της βερυκοκιάς σ' ό,τι αφορά το έδαφος, εξαρτώνται από το υποκείμενο.

Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο πραγματοποιείται μόνο για τη δημιουργία υποκειμένων (σπορόφυτων), στα οποία εμβολιάζονται οι διάφορες ποικιλίες. Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται, γενικά, με ενοφθαλμισμό, με «κοιμώμενο οφθαλμό» το καλοκαίρι. Στις νότιες περιοχές μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με εμβολιασμό με βλαστάνοντα «οφθαλμό», την άνοιξη.
Τα υποκείμενα που χρησιμοποιούνται περισσότερο για τη βερυκοκιά είναι το σπορόφυτο βερυκοκιάς, η Δαμασκηνιά η μυροβάλανος και η Δαμασκηνιά η ακανθώδης (Prunus spinosa). Η βερυκοκιά μπορεί επίσης να εμβολιαστεί σε αμυγδαλιά και ροδακινιά.

Το σπορόφυτο βερυκοκιάς είναι ένα υποκείμενο που δημιουργείται από σπόρο βερυκοκιάς (γενικά σπόρους όψιμων ποικιλιών ή ποικιλιών που έχουν δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό). Αντίθετα, δεν αντέχει τα λιμνάζοντα νερά και, κατά συνέπεια, τα αργιλώδη και όχι πολύ διαπερατά εδάφη. Η βερυκοκιά που εμβολιάζεται σε σπορόφυτο βερυκοκιάς αρχίζει να παράγει φρούτα μόνο ύστερα από 5-6 χρόνια και γίνεται πολύ εύρωστο, μακρόβιο, παραγωγικό δέντρο, που δίνει καρπούς πολύ καλής ποιότητας.

Η Δαμασκηνιά η μυροβάλανος είναι το υποκείμενο που χρησιμοποιείται περισσότερο. Είναι κατάλληλο για τις περιοχές με ψυχρό κλίμα. Η βερυκοκιά που εμβολιάζεται σε μυροβάλανο είναι λιγότερο παραγωγική από εκείνη που εμβολιάζεται σε σπορόφυτο βερυκοκιάς και αποκτά μεγάλες διαστάσεις (7-8 μ. ύψος, 4-5 μ. διάμετρος «κόμης»). Γι' αυτό, και αν δεν υπάρχει μεγάλος χώρος, είναι καλύτερα να αποφεύγεται αυτό το υποκείμενο.

Η Δαμασκηνιά η ακανθώδης έχει χαρακτηριστικά αντίθετα από το προηγούμενο υποκείμενο, επειδή η βερυκοκιά που εμβολιάζεται σ'αυτή τη δαμασκηνιά αποκτά πολύ μικρές διαστάσεις. Είναι κατάλληλη για ξερά αλλά και υγρά εδάφη.
Η αμυγδαλιά και η ροδακινιά: το πρόβλημα των δύο αυτών υποκειμένων είναι η μικρή συγγένειά τους με τη βερυκοκιά, γι' αυτό και η «ένωση» στο σημείο εμβολιασμού δεν είναι ποτέ τέλεια, και μπορεί να παρατηρηθεί ρήξη του κορμού στο σημείο αυτό. Η αμυγδαλιά είναι κατάλληλη για ασβεστώδη και ξερά εδάφη.

Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμόρφωσης. Η βερυκοκιά δεν αντέχει στα αυστηρά κλαδέματα. Για να περιοριστούν, λοιπόν, όσο γίνεται περισσότερο οι επεμβάσεις, το δέντρο καλλιεργείται, γενικά, με ελεύθερο σχήμα: αφήνετε δηλαδή την κόμη να πάρει το φυσικό της σχήμα. Κατά τα πρώτα χρόνια, λοιπόν, είναι αρκετό ένα ελαφρό κλάδεμα για ν'αφαιρεθούν ορισμένα χαλασμένα ή κακοσχηματισμένα κλαδιά. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, είναι καλύτερα κυρίως να λυγίζονται τα κλαδιά προς τα κάτω, παρά να κόβονται. Ένα άλλο σχήμα διαμόρφωσης, κατάλληλο για τη βερυκοκιά, είναι το ελεύθερο κύπελλο.

Κλάδεμα καρποφορίας. Η βερυκοκιά παράγει τους καρπούς της στα ανθοφόρα κεντριά (τις «ανθοδέσμες του Μαΐου») και στα μεικτά κλαδιά ενός έτους. Τα νεαρά και εύρωστα δέντρα παράγουν, επίσης, τους ταχυφυείς βλαστούς που σχηματίζονται κατά το τέλος του καλοκαιριού στο πάνω μέρος των μεικτών κλαδιών: οι καρποί, όμως, που παράγονται στους ταχυφυείς βλαστούς είναι πιο μικροί και πιο πρώιμοι. Όταν το δέντρο γερνά η παραγωγή προέρχεται κυρίως από τα ανθοφόρα κεντριά, επειδή ο σχηματισμός νέων κλαδιών περιορίζεται. Το κλάδεμα καρποφορίας γίνεται στα μέσα του χειμώνα: δεν πρέπει να κόβονται τα κεντριά αλλά ν' αραιώνονται μόνο τα μεικτά κλαδιά, που έχουν σχηματιστεί την προηγούμενη άνοιξη – καλοκαίρι (τα κλαδιά αφαιρούνται από τη βάση τους και δεν κονταίνουν). Τις χρονιές κατά τις οποίες το δέντρο είναι υπερβολικά φορτωμένο με μικρούς καρπούς είναι απαραίτητο το αραίωμά τους, τόσο για να πετύχει κανείς πιο μεγάλους καρπούς όσο και για να ευνοήσει τη διαφοροποίηση των «οφθαλμών» και, κατά συνέπεια, την παραγωγή καρπών του επόμενου χρόνου, αποφεύγοντας το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Σήψη κατά κύκλους (Μονίλια). Είναι σήψη που προκαλείται από μύκητες του γένους Μονίλια (Monilia), που μπορεί να προσβάλλουν όλα τα εναέρια τμήματα του δέντρου: βλαστούς, λουλούδια, αλλά προπάντων τα φρούτα. Στο φρούτο εμφανίζεται μια μεγάλη καφέ κηλίδα, γύρω από την οποία σχηματίζονται ύστερα ομόκεντροι κύκλοι, αποτελούμενοι από μικρές άσπρες φλύκταινες. Το φρούτο μπορεί να πέσει ή να «μουμιοποιηθεί» και να μείνει στο δέντρο, ακόμα και μετά το πέσιμο των φύλλων. Είναι απαραίτητο να εξαλειφθούν οι πηγές μόλυνσης (σαπισμένα φρούτα πεσμένα στο έδαφος, μουμιοποιημένα φρούτα στα δέντρα): η σήψη προβάλλει κυρίως τα φρούτα που έχουν ήδη υποστεί ζημιά.

Το κορύνεο. Είναι μια ασθένεια που προκαλείται από έναν μύκητα, το Κορύνεο του Μπειγιερίνκι (Coryneum beijerinckii) και εκδηλώνεται με καφέ κηλίδες και στη συνέχεια τρύπες στα φύλλα. Ο μύκητας μπορεί επίσης να προσβάλλει στον ποδίσκο τα φρούτα που βρίσκονται στο στάδιο του σχηματισμού τους, με αποτέλεσμα να πέσουν πρόωρα. Το κορύνεο καταπολεμάται με 2-3 χειμερινούς ψεκασμούς: ο πρώτος αμέσως μετά την πτώση των φύλλων, ο δεύτερος στο τέλος του χειμώνα και ο τρίτος στην περίπτωση σοβαρής προσβολής κατά την περίοδο της έναρξης της νέας βλάστησης. Χρησιμοποιούνται φάρμακα με βάση το χαλκό, όπως π.χ. είναι ο βορδιγάλειος πολτός ή χρησιμοποιείται Θιράμ ή Ζιράμ, που, αν η θερμοκρασία δεν είναι πολύ υψηλή, μπορούν να ψεκαστούν ακόμα και όταν το φυτό είναι σκεπασμένο με φύλλα.
Οι προνύμφες. Μερικές τρώνε τα φύλλα και μπορούν να εξοντωθούν εύκολα, τόσο με το χέρι όσο και με ψεκασμό της «κόμης» με πύρεθρο ή κάποιο άλλο, μη τοξικό εντομοκτόνο, όταν πρόκειται για σοβαρή προσβολή.