• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

KERASUSΚερασιά
Κερασέα ή Κέρασος ο γλυκόκαρπος (Cerasus dulcis)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaceae)
Συνώνυμα: Cerasus nigra, Cerasus avium και Prunus avium

Η κερασιά (Κέρασος ο γλυκόκαρπος – Prunus avium), που κατάγεται από την ανατολική Ασία και η βυσσινιά (Κερασιά η ξυνόκαρπος – Prunus cerasus), που κατάγεται από τη Μικρά Ασία, καλλιεργούνται για τα φρούτα τους, τα οποία είναι μικρές δρύπες με μακριούς ποδίσκους και κίτρινο, κόκκινο ή μαύρο χρώμα, ανάλογα με την ποικιλία. Είναι ανθεκτικά δέντρα, εύκολης καλλιέργειας, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Όσον αφορά το κλίμα, η περιοχή καλλιέργειας της κερασιάς εκτείνεται από τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία) μέχρι τις χώρες της νότιας Ευρώπης. Στη χώρα μας καλλιεργείται παντού αλλά κυρίως ευδοκιμεί στη Μακεδονία και την Αρκαδία. Αντέχει καλά στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα και επειδή ανθίζει μάλλον αργά (τον Απρίλιο) οι όψιμοι παγετοί που μπορούν να προκαλέσουν καταστροφές στην ανθοφορία (και επιμένως να διακινδυνεύσει η συγκομιδή) δεν είναι πολύ επικίνδυνοι.
Η κερασιά καλλιεργείται με επιτυχία, όχι μόνο στους εξειδικευμένους οπωρώνες αλλά και στους κήπους. Εκτός από τα εύγευστα φρούτα που παράγει, η κερασιά έχει και σημαντική διακοσμητική αξία, χάρη στα όμορφα, άσπρα λουλούδια της.
Τα κεράσια που τρώγονται φρέσκα ανήκουν κατά το πλείστον σε ποικιλίες της Κερασιάς της γλυκόκαρπης (Prunus avium). Οι ποικιλίες του βύσσινου χρησιμοποιούνται, αντίθετα, σε μεγάλο βαθμό για την παρασκευή ποτών (μαρασκίνο, κιρς, κλπ.) γλυκών του κουταλιού, μαρμελάδων, σιροπιών, χυμών, κλπ.

Κερασιά (Κέρασος ο γλυκόκαρπος – Prunus avium). Πρόκειται για δέντρο ύψους 10-15 μ. με πλατιά «κόμη», διαμέτρου 8-10 μ., που παίρνει κωνικό σχήμα όταν αφήνεται ν' αναπτυχθεί ελεύθερα. Ο φλοιός είναι λείος και γκρίζος. Τα φύλλα είναι από ωοειδή μέχρι ελλειπτικά, με οδοντωτή παρυφή, φωτεινό πράσινο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και πιο ανοιχτό στην κάτω. Τα κλαδιά της κερασιάς είναι όρθια, ενώ τα φύλλα κρεμαστά. Τα λουλούδια άσπρα, πλάτους 2-4 εκατ., έχουν μεγάλους ποδίσκους και εμφανίζονται τον Απρίλιο, μαζί με τα φύλλα, ενωμένα ανά 2 ως 6, σε κορύμβους. Οι ταξιανθίες σχηματίζονται κυρίως πάνω στα κεντριά, κατά δέσμες. Το χρώμα των φρούτων μπορεί να είναι κίτρινο, κόκκινο ή μαύρο. Οι ποικιλίες της κερασιάς χωρίζονται σε δύο ομάδες: μαλακή σάρκα και πρώιμη ωρίμανση και τραγανόκαρπα, που έχουν καρπούς με σκληρή σάρκα και οψιμότερη ωρίμανση. Από τις μαλακόκαρπες ποικιλίες αναφέρουμε τις: «Μόρα ντι Βινιόλα» ("Morda di Vigniola"), «Μαγιάτικη» ("Maiatica"), «Πρώιμη της Μάρκα» (Precoce della Marca"), Πρώιμη του Αγίου Πέτρου» ("Precoce di San Pietro").

Από τις τραγανόκαρπες ποικιλίες, εξάλλου, οι πιο διαδομένες είναι οι: «Μπιγκαρώ Ναπολεόν» ("Bigarreau Napoleon"), «Μπιγκαρώ Μορώ» ("Bigarreau Moreau"), κλπ. Οι τραγανές: «Τραγανή μαύρη» ("Durone nero"), «Τραγανή της Βινιόλα» ("Durone di Vignola"), «Τραγανή της Μάρκα» ("Durone della Marca"), κλπ. Τα μαύρα (ποικιλία με σκουροκόκκινη, σχεδόν μαύρη, φλούδα) και τ' ανοιχτόχρωμα κεράσια (ποικιλία με κίτρινη φλούδα ή κιτρινωπή με κόκκινες ραβδώσεις) περιλαμβάνονται τόσο στην ομάδα των μαλακόκαρπων όσο και στην ομάδα των τραγανόκαρπων. Ελληνικές ποικιλίες κερασιών είναι τα «Τραγανά Εδέσσης», η ποικιλία «Ναπολέων», τα «Τραγανά Βόλου», η «Φράουλα Βόλου», τα «Πρώιμα Κολινδρού» και τα διάφορα «Πετροκέρασα».
Η επιλογή των ποικιλιών εξαρτάται από την περιοχή στην οποία πρόκειται να καλλιεργηθούν. Οι πρώιμες ποικιλίες κινδυνεύουν λιγότερο από τις προσβολές της μύγας των κερασιών και, κατά συνέπεια, παράγουν πιο γερούς καρπούς (δηλαδή χωρίς προνύμφες).

Βυσσινιά (Κέρασος ο ξυνόκαρπος – Prunus cerasus). Είναι πιο μικρή από την κερασιά (έχει ύψος 4-6 μ.). Επίσης έχει όρθια φύλλα και καρπούς με κόκκινη σάρκα και όξινη γεύση. Τα λουλούδια, εξάλλου, βγαίνουν σε μεγάλο ποσοστό πάνω σε μεικτά κλαδιά, ηλικίας ενός χρόνου και όχι πάνω σε κεντριά. Οι ποικιλίες χωρίζονται σε δυο μεγάλες ομάδες: Αμαρένες και Βισολόνες. Οι Αμαρένες είναι πικρές. Περιλαμβάνουν τις ποικιλίες: Βυσσινιά της Πεσκάρα, Βυσσινιά με κοντό ποδίσκο και Βυσσινιά του Βορρά. Οι Βισολόνες ονομάζονται, επίσης, και Μαρασκόνες. Περιλαμβάνουν τις ποικιλίες «Αυτοκράτειρα Ευγενία», «Ωραία του Σατενέ», «Δούκισσα του Πολλάν». Από τις ελληνικές ποικιλίες βυσσινιάς αναφέρουμε την «Πολίτικη», τη «Μεγαλόκαρπη Φλωρίνης» και τη «Μεγαλόκαρπη Τριπόλεως».

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κερασιές είναι ανθεκτικά δέντρα, εύκολης καλλιέργειας, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με το κλίμα και μπορούν να φυτευτούν σε εδάφη διαφορετικής φύσης, αρκεί να γίνει κατάλληλη επιλογή υποκειμένων. Η κερασιά προτιμά τα βαθιά, δροσερά και διαπερατά εδάφη και δεν αντέχει καθόλου σ' αυτά που κρατούν πολλή υγρασία. Η βυσσινιά έχει μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα: ευδοκιμεί ακόμα και σε ξηρά ή αργιλλώδη εδάφη. Τόσο οι κερασιές όσο και οι βυσσινιές φυτεύονται το Νοέμβριο ή τον Φεβρουάριο. Η έκθεση δεν έχει μεγάλη σημασία.
Αν θέλετε να καλλιεργήσετε κερασιές ή βυσσινιές θα πρέπει να έχετε υπόψη σας πως οι κερασιές που εμβολιάζονται πάνω σε σπορόφυτα κερασιάς αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις από εκείνες που εμβολιάζονται πάνω σε μαχλεπιά. Γι' αυτό, στην πρώιμη περίπτωση, η απόσταση μεταξύ των δέντρων πρέπει να είναι 8-10 μ. ενώ στη δεύτερη ανήκουν 4-7 μ.
Πρέπει να ξέρετε επίσης, πως οι ποικιλίες της βυσσινιάς είναι αυτογόνιμες∙ της κερασιάς είναι, γενικά, αυτόστειρες: αυτό σημαίνει πως η γύρη που παράγεται από τα λουλούδια ενός δέντρου δεν είναι ικανή να γονιμοποιήσει τις ωοθήκες του ίδιου δέντρου. Συνεπώς θα πρέπει να φυτέψετε κοντά σε μια κερασιά μια δεύτερη κερασιά, διαφορετικής ποικιλίας, έτσι ώστε να γονιμοποιούν η μια την άλλη. Αυτό δεν είναι απαραίτητο αν στους διπλανούς κήπους υπάρχουν κερασιές διαφορετικών ποικιλιών. Για ν' αποφύγετε το φύτεμα ενός δεύτερου δέντρου, μπορείτε να τοποθετήσετε δίπλα στην κερασιά, στην εποχή της ανθοφορίας, ανθισμένα κλαδιά κερασιάς άλλων ποικιλιών (θα πρέπει να τα βάλετε μέσα σε δοχεία γεμάτα νερό).

Πολλαπλασιασμός
Η βυσσινιά πολλαπλασιάζεται συνήθως με σπόρο. Στην περίπτωση αυτή ακολουθείται η εξής διαδικασία: τον Αύγουστο στρωματώνονται οι σπόροι, την επόμενη άνοιξη γίνεται η σπορά σε ύπαιθρο φυτώριο και, τέλος, το φθινόπωρο τα νεαρά δενδρύλλια μεταφυτεύονται σε φυτώριο.
Στην περίπτωση της κερασιάς, αντίθετα, αυτή η μέθοδος πολλαπλασιασμού χρησιμοοιείται μόνο για παραγωγή υποκειμένων, γιατί τα δέντρα που προέρχονται από σπόρο παρουσιάζουν, συνήθως, ιδιότητες διφορετικές από εκείνες των μητρικών δέντρων. Οι ποικιλίες της κερασιάς πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε «κοιμώμενο οφθαλμό» τον Αύγουστο ή τριγωνικό εγκεντρισμό ή υπόφλοιο στεφανίτη τον Φεβρουάριο. Τα υποκείμενα που χρησιμοποιούνται περισσότερο είναι η αγριοκερασιά, δηλαδή το σπορόφυτο κερασιάς και η μαχλεπιά. Η αγριοκερασιά παράγεται από σπόρο άγριας ή καλλιεργημένης κερασιάς. Οι κερασιές που εμβολιάζονται σε αγριοκερασιά γίνονται πιο ψηλές, μπαίνουν σε παραγωγή 6-8 χρόνια μετά τον εμβολιασμό, αντέχουνν αρκετά στο κρύο, αλλά δεν ανέχονται τα ασβεστολιθικά και υγρά εδάφη. Έχουν την δυνατότητα να καρποφορούν για 50 περίπου χρόνια.
Η μαχλεπιά (Cerasus Mahaleb) ονομάζεται επίσης και «Κερασιά της Αγίας Λουκίας». Οι κερασιές που εμβολιάζονται πάνω σε μαχλεπιά μπαίνουν νωρίτερα σε παραγωγή (ύστερα από 3-4 χρόνια) και αντέχουν περισσότερο στο κρύο, την ξηρασία, τα ασβεστολιθικά εδάφη αλλά λιγότερο στην υγρασία. Παράγουν καρπούς για 25 περίπου χρόνια.
Εκτός απ' αυτά που είναι τα πιο διαδομένα υποκείμενα, χρησιμοποιούνται και η αγριοβυσσινιά και το Ε.Μ.F. 121. Τα δέντρα που εμβολιάζονται σ' αυτό το τελευταίο υποκείμενο είναι πιο ανθεκτικά στις αρρώστιες. Η εκλογή του υποκειμένου γίνεται με κριτήρια το κλίμα, τη φύση του εδάφους και το διαθέσιμο χώρο, γιατί οι διαστάσεις που αποκτούν τα δέντρα έχουν σχέση με τον τύπο του υποκειμένου.

Η συγκομιδή
Η συγκομιδή των κερασιών γίνεται σταδιακά, γιατί δεν ωριμάζουν όλα τα κεράσια μαζί. Τα μαζεύετε κόβοντας τους μίσχους από το κλαδί όταν είναι τελείως ώριμα, γιατί όταν κοπούν από το δέντρο δεν ωριμάζουν άλλο. Η εποχή της ωρίμανσης αρχίζει από το τέλος Μαΐου μέχρι το τέλος Ιουνίου, αλλά μερικές πρώιμες ωριμάζουν ήδη από το τέλος Απριλίου.

Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμόρφωσης. Η κερασιά διαμορφώνεται συνήθως σ' ελεύθερο σχήμα. Από τη στιγμή που ο κορμός αποκτά το επιθυμητό ύψος και αρχίζει να διακλαδίζεται την αφήνετε ν' αναπτυχθεί ελεύθερα, κλαδεύοντάς την μόνο κατά αραιά διαστήματα για να αφαιρέσετε τα πολύ πυκνά κλαδιά.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η κερασιά παράγει τα περισσότερα λουλούδια της (επομένως και τους καρπούς) πάνω σε ανθοφόρα κεντριά, που ανανεώνονται μόνα τους για αρκετά χρόνια, εξασφαλίζοντας έτσι μια ανθοφορία και, κατά συνέπεια, μια καρποφορία μάλλον πλούσια και σταθερή. Κατά συνέπεια, το κλάδεμα παραγωγής δεν απαιτεί πολλές επεμβάσεις: γενικά περιορίζεται κανείς στο αραίωμα της «κόμης», στο κόψιμο των κλδιών που έχουν υποστεί ζημιά ή είναι άρρωστα και στην επιβράχυνση των κλαδιών, για να υποβοηθηθεί ο σχηματισμός νέων, ανθοφόρων κεντριών. Καλό θα είναι να περιορίζετε, όσο μπορείτε περισσότερο, το κλάδεμα της κερασιάς, γιατί οι κομμένες επιφάνειες τείνουν να βγάζουν κόμμι κι επουλώνονται με δυσκολία.
Η βυσσινιά, αντίθετα, έχει μεγαλύτερη παραγωγή στα μεικτά κλαδιά ενός χρόνου. Το κλάδεμα παραγωγής είναι, επομένως, πιο αυστηρό και συνίσταται στο κόψιμο των διετών κλαδιών (κόβετε το μεγαλύτερο μέρος τους και αφήνετε μόνο ένα μικρό κομμάτι) για να υποβοηθηθεί ο σχηματισμός νέων βλαστών, που θα δώσουν λουλούδια τον ερχόμενο χρόνο.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Πουλιά. Τα πουλιά αγαπούν πολύ τα κεράσια. Μπορείτε να τα κρατήσετε μακριά από τα δέντρα τρομάζοντάς τα με τενεκέδες, κομμάτια κασσιτερόχαρτων ή με τα πατροπαράδοτα σκιάχτρα.
Αφίδες. Η μαύρη αφίδα της κερασιάς (Myzus cerasi) προσβάλλει κυρίως τα νεαρά δέντρα, όπου εγκαθίσταται στα τρυφερά αναπτυσσόμενα μέρη τους (νεαρά φύλλα, βλαστοί) κι απομυζά το χυμό. Τα προσβλημένα μέρη ζαρώνουν και ξεραίνονται. Στις σακχαρώδεις ουσίες («μελιτούρα») που εκκρίνουν τα έντομα αυτά, αναπτύσσονται ύστερα οι καπνιές, παρασιτικοί μύκητες, που επιδεινώνουν τη ζημιά. Η πράσινη αφίδα της ροδακινιάς (Myzus persicae) προσβάλλει συχνά και τα φύλλα της κερασιάς, τα οποία γεμίζουν φλύκταινες και ξεραίνονται.
Οι αφίδες καταπολεμούνται με χειμερινό πολτό (καταστρέφει τ' αυγά) που πρέπει να ψεκάζεται πριν από το άνοιγμα των λουλουδιών. Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορούν να γίνουν ψεκασμοί με ειδικά εντομοκτόνα φάρμακα, ακόμα και κατά την περίοδο του σχηματισμού των καρπών.

Μύγα των κερασιών. Είναι μια μικρή μύγα (Ραγολέτιδα της κερασιάς – Rhagoletis cerasi), η οποία εμφανίζεται προς τα τέλη Μαΐου και εναποθέτει τ' αυγά της στο εσωτερικό των μικρών καρπών. Από τα αυγά αυτά αναπτύσσονται οι προνύμφες, οι οποίες τρέφονται από τη σάρκα των καρπών (πρόκειται για τα ασπριδερά σκουλήκια που βρίσκει κανείς στα κεράσια). Οι πρώιμες ποικιλίες προσβάλλονται λιγότερο απ' ό,τι οι όψιμες. Οι προνύμφες, αφού συμπληρώσουν την ανάπτυξή τους βγαίνουν από το κεράσι και πέφτουν στο χώμα, όπου νυμφώνονται και διαχειμάζουν. Συνεπώς, ένας τρόπος εξόντωσης είναι το να ρίξει κανείς γύρω από τα δέντρα εντομοκτόνα εδάφους με βάση το Αλντρίν ή το Επταχλώρ, που σκοτώνουνν τις προνύμφες.
Κυλωδροσπορίωση της κερασιάς. Η ασθένεια αυτή προκαλείται από έναν μύκητα (Cylindrosporium padi) και εκδηλώνεται με ιώδεις κηλίδες στα φύλλα, τα οποία σιγά – σιγά ξεραίνονται και πέφτουν. Σε περίπτωση σοβαρής προσβολής το δέντρο μπορεί να χάσει όλα του τα φύλλα από τον Αύγουστο ακόμα. Τα φρούτα δεν ωριμάζουν και το δέντρο αδυνατίζει. Ο μύκητας αυτός καταπολεμάται με Μανέμπ ή Κάπταν, που ψεκάζεται σε τρεις δόσεις, κάθε 15 μέρες, μετά την πτώση των φύλλων.
Κομμίωση. Τα πληγωμένα ή κομμένα μέρη του φυτού παράγουν εύκολα κομμιώδεις εφιδρώσεις κι επουλώνονται με δυσκολία.
Η Μολύβδωση (αιτία ο μύκητας Stereum purpureum), το κορύνεο (μύκητας Coryneum beijerinckii) και η μονίλια (Μύκητας Monilia fructigena), που είναι κοινές ασθένειες πολλών οπωροφόρων μποροόυν να προσβάλλουν και την κερασιά.
Πρέπει, επίσης, να θυμάστε πως οι πολλές βροχές κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας μπορούν να προκαλέσουν την πτώση των λουλουδιών. Εξάλλου, αν σημειωθούν υπερβολικές βροχοπτώσεις κατά την εποχή της ωρίμανσης των φρούτων δημιουργούνται ρωγμές στο φλοιό των κερασιών, τα οποία στη συνέχεια προσβάλλονται εύκολα από σήψη.