• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

KYDONIAΚυδωνιά
Κυδωνέα η κοινή ή Κυδωνέα η προμήκης (Cydonia vulgaris, Cydonia oblonga)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaceae)
Συνώνυμο: Πύρος η κυδωνέα (Pyrus cydonia)

Η κυδωνιά είναι δέντρο μικρών διαστάσεων, που κατάγεται από την Ασία και καλλιεργείται για τους καρπούς της. Αναπτύσσεται καλά σ' όλες τις ζώνες με λιγότερο ή περισσότερο εύκρατο κλίμα, εκτός από τις υγρές περιοχές. Φτάνει το ύψος των 6-7 μ. κι έχει στρογγυλωπή «κόμη», πλάτους 4-5 μ. Ο κορμός και οι διακλαδώσεις είναι συνεστραμμένοι και περιβάλλονται από καστανόμαυρη φλούδα. Τα νεαρά κλαδιά καλύπτονται από ελαφρό χνούδι. Στα κλαδιά του χρόνου σχηματίζονται μεικτά «μάτια», που φέρονται από κοντά λεπτοκλάδια. Στα κλαδιά που αναπτύσσονται από αυτά τα «μάτια» εμφανίζονται, την άνοιξη, τα άνθη τα οποία έχουν πλάτος 5 εκατ. και αποτελούνται από 5 πέταλα ροζ από την έξω και άσπρα από τη μέσα πλευρά. Τα φύλλα είναι εναλλασσόμενα, ωοειδή, ελλειπτικά, με την επάνω επιφάνεια βαθυπράσινη και την κάτω γκρίζα. Η κυδωνιά αρχίζει να καρποφορεί 5-8 χρόνια μετά το φύτεμα. Οι καρποί ωριμάζουν το φθινόπωρο και έχουν σχήμα αχλαδιού, λιγότερο ή περισσότερο στρογγυλωπό, ανάλογα με τις ποικιλίες. Αρχικά είναι πράσινοι κι όταν ωριμάσουν γίνονται κίτρινοι και αρωματικοί. Έχουν στυφή γεύση και εξαιρετικά στυπτικές ιδιότητες (χάρη στη μεγάλη ποσότητα ταννίνης που περιέχουν). Χρησιμοποιούνται για μαρμελάδες, σιρόπια και ζελέ ή μπορούν να καταναλωθούν βραστοί ή ψητοί. Η συγκομιδή πραγματοποιείται από τον Οκτώβριο και μετά, όταν οι καρποί αποκτήσουν τις ιδεώδεις διαστάσεις της καλλιεργούμενης ποικιλίας. Κόβονται από το δέντρο μαζί με το κλαδάκι που τους φέρει. Ένα ενήλικο δέντρο μπορεί να παράγει εκατό κιλά καρπούς.
Η κυδωνιά είναι επίσης πολύ διακοσμητικό δέντρο, τόσο χάρη στην κομψή της εμφάνιση όσο και χάρη σστην πλούσια ανθοφορία και το φύλλωμά της, που το φθινόπωρο παίρνει έναν όμορφο χρωματισμό από το ζωηρό κίτρινο ως το ωχροκόκκινο.
Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες κυδωνιάς, από τις οποίες αναφέρουμε: τη «Γίγαντα της Βράνια» ("Gigante de Vranja") με πολύ μεγάλους καρπούς, την «Τσάμπιον» ("Champion"), την «Ντ' Ανζέρ» ("di Angers"), της «Προβηγκίας» ("Di Provenza") και «της Πορτογαλίας» ("dei Portogallo"). Στην Ελλάδα, εκτός από την ποικιλία «Βράνια», καλλιεργούντι και οι ποικιλίες «Αφράτη», «Κυδωνόμηλο» (Πήλιο, Θεσσαλία), «Λουζιτανική» και «Βαν Ντεμάν».

Τεχνική της καλλιέργειας
Η κυδωνιά είναι πολύ ανθεκτικό δέντρο, που αντέχει καλά τα χειμωνιάτικα κρύα και αναπτύσσεται εύκολα σ' όλα τα εδάφη, αρκεί να είναι δροσερά και πλούσια σε οργανικές ουσίες. Ωστόσο είναι καλύτερα να αποφεύγονται τα ασβεστώδη ή πολύ όξινα. Φυτεύεται τον Οκτώβριο – Νοέμβριο, σε ηλιόλουστες, προφυλαγμένες από τους ανέμους τοποθεσίες. Η καλλιέργεια δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες.

Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με μοσχεύματα, καταβολάδες ή ριζωμένες παραφυάδες. Η σπορά είναι χρήσιμη μόνο για τη δημιουργία φυτών που θα χρησιμοποιηθούν σαν υποκείμενα
Τα μοσχεύματα ετοιμάζονται τον Οκτώβριο – Νοέμβριο: κόβονται τμήματα ώριμου ξύλου μήκους 39 περίπου εκατ., μαζί μ' ένα τμήμα παλιότερου ξύλου, και φυτεύονται σε φυτώριο, όπου διατηρούνται για 2-3 χρόνια. Στη συνέχεια μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Για τον εμβολιασμό χρησιμοποιούνται δέντρα του ίδιου είδους, που δημιουργούνται με σπόρο ή φυτά κράταιγου και αχλαδιάς.

Κλάδεμα
Η κυδωνιά δεν αντέχει στο κλάδεμα και, κατά συνέπεια, είναι προτιμότερο να επιλέγεται ένα σχήμα διαμόρφωσης παρόμοιο με το φυσικό, με κορμό μέσου ή μεγάλου ύψους. Επίσης μπορεί να καλλιεργηθεί και σαν θάμνος.
Στα δέντρα που καλλιεργούνται για την παραγωγή καρπών γίνεται ένα πολύ ελαφρό κλάδεμα, με λίγες τομές. Συγκεκριμένα, κόβονται τα ξερά κλαδιά και αραιώνονται οι πολύ πυκνές διακλαδώσεις.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Οι ζωικοί εχθροί και οι ασθένειες που προσβάλλουν το είδος αυτό είναι πάρα πολλοί (στην πλειοψηφία τους είναι ίδιοι μ' εκείνους της μηλιάς).
Τα φύλλα μπορούν να προσβληθούν από τον ερυθρό τετράνυχο των καρποφόρων, που προκαλεί την εμφάνιση μικρών αποχρωματισμένων κηλίδων. Τα προσβλημένα φύλλα μαραίνονται και σιγά-σιγά ξεραίνονται, με αποτέλεσμα να πέφτουν. Εξάλλου, μέσα σε λίγα χρόνια το ίδιο το δέντρο μαραζώνει και μπορεί ακόμα και να ξεραθεί. Τα άρρωστα δέντρα πρέπει να φροντίζονται από το χειμώνα, όταν οι τετράνυχοι είναι ακόμα αυγά, ορατά ανάμεσα από τις σχισμές του φλοιού. Για την καταπολέμησή τους γίνονται ψεκασμοί με χειμερινό πολτό. Τα αυγά θα εκκολάπτονται την άνοιξη. Την εποχή αυτή πρέπει να αρχίσουν ψεκασμοί με θερινό πολτό και να συνεχιστούν όλη την περίοδο της βλάστησης με ακαρεοκτόνα, που θα πρέπει να εναλλάσσονται, αφού τα ακάρεα εξοικειώνονται γρήγορα με τα γεωργικά φάρμακα.

Ένας άλλος ζωικός εχθρός, κοινός επίσης και στη μηλιά, είναι η αφίδα βαμβακάδα, που λέγεται και ματόψειρα. Η παρουσία της εκδηλώνεται με την εμφάνιση γαλαζωπών κηρωδών νιφάδων πάνω στα κλαδιά. Το έντομο αυτό τρέφεται με το χυμό των ριζών, του κορμού και των κλαδιών, που με τον καιρό παρουσιάζουν εξογκώματα και, τέλος, όγκους. Η καταπολέμηση αρχίζει το χειμώνα με χειμερινό πολτό. Στην αρχή της νέας βλάστησης γίνονται ψεκασμοί με θερινό πολτό. Αντίθετα, από το τέλος της ανθοφορίας μέχρι την εμφάνιση των καρπών χρησιμοποιείται θειική νικοτίνη.

Επίσης και η ψώρα (κοκκοειδές) του Σαν Ζοζέ τρέφεται με το χυμό του κορμού και των κλαδιών, με αποτέλεσμα να προκαλεί ζημιές στην καρποφορία. Θα παρατηρηθούν ξερές κρούστες στα κλαδιά και τον κορμό και κόκκινες κηλίδες στα φρούτα. Καταπολεμάται με πολυθειούχο βάριο, πολυθειούχο ασβέστιο ή με χειμερινό πολτό, κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης του δέντρου, ενώ κατά τη βλαστητική περίοδο γίνονται ψεκασμοί με θερινό πολτό.

Ο ανθονόμος της μηλιάς είναι ένα κολεόπτερο που διαχειμάζει στο φλοιό ή στο έδαφος και την άνοιξη ανεβαίνει στο δέντρο και τρέφεται από το χυμό, τρυπώντας τα ανθοφόρα «μάτια» και εναποθέτοντας τα αυγά του. Αργότερα, η προνύμφη τρέφεται με τα λουλούδια, που παίρνουν το χρώμα του καπνού. Πρέπει να κοπούν τα διογκωμένα και κλειστά μπουμπούκια ή να καταπολεμηθούν οι ανθονόμοι μ' ένα εντομοκτόνο φάρμακο, όταν τα ανθοφόρα «μάτια» αρχίσουν να ανοίγουν. Η παραγωγή καρπών της ερχόμενης χρονιάς, όμως, δεν βλάπτεται, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με την κάμπια του φυλλώματος των οπωροφόρων, που προσβάλλει κι αυτή την κυδωνιά, προκαλώντας πολύ σοβαρές ζημιές, μέχρι και την αποξήρανση του δέντρου. Η καταπολέμηση αυτής της κάμπιας γίνεται με κυλίνδρισμα του χώματος, που καταστρέφει τις χρυσαλλίδες, καθώς και με την τοποθέτηση γύρω από τον κορμό δακτυλίων με κολλώδεις ουσίες, οι οποίες εμποδίζουν τις θηλυκές πεταλούδες ν' ανέβουν στο δέντρο και να εναποθέσουν τ' αυγά τους.

Το σκουλήκι της μηλιάς (καρπόκαψα), που όταν μεγαλώσει γίνεται μια μικρή πεταλούδα με γκριζοκάστανο χρώμα, εναποθέτει τα αυγά του στους μόλις σχηματισμένους καρπούς. Οι μικρές κάμπιες (προνύμφες) μπαίνουν μέσα στους καρπούς, οι οποίοι σιγά-σιγά καταστρέφονται και πέφτουν. Στη διάρκεια του χρόνου εμφανίζονται διαδοχικά δύο γενιές κάμπιες και μετά πεταλούδες: η δεύτερη προσβάλλει τους καρπούς που έχουν αρχίσει να ωριμάζουν, οι οποίοι παρουσιάζουν σήψη και δεν μπορούν να διατηρηθούν. Η καταπολέμηση γίνεται με τη συλλογή και καταστροφή των αναπτυγμένων προνυμφών και με την προετοιμασία τον Αύγουστο «παγίδων» στη βάση του δέντρου. Οι τελευταίες φτιάχονται με κουρέλια ή χαρτόνια και καίγονται το χειμώνα.

Από τις ασθένειες η πιο σοβαρή είναι η σήψη κατά κύκλους. Πρόκειτι για ασθένεια μυκητολογικής προέλευσης, που καταστρέφει κυρίως τους καρπούς, προκαλώντας την εμφάνιση μιας σκούρας κηλίδας πάνω σ' αυτούς. Ο καρπός μπορεί να σαπίσει ή να ζαρώσει πάνω στο δέντρο. Η καταπολέμηση αυτού του μύκητα γίνεται με μυκητοκτόνα φάρμακα, κυρίως με βρέξιμο και θειάφι, Ζινέμπ και φυτοφάρμακα με βάση το χαλκό.

Άλλη ασθένεια των οπωροφόρων δέντρων αυτής της οικογένειας των Ροδιδών είναι το φουζικλάδιο, που μπορεί να προκαλέσει μεγάλες ζημιές. Εμφανίζεται με στρογγυλές, βαθυπράσινες ή πράσινες – ελαιώδεις κηλίδες πάνω στα φύλλα, που μπορούν να ξεραθούν και να πέσουν. Η ασθένεια αυτή προσβάλλει και τους καρπούς: εκδηλώνεται με την εμφάνιση φελλωδών κηλίδων, που εμποδίζουν την ανάπτυξή τους. Η καταπολέμηση έχει προληπτικό χρακτήρα και γίνεται με μη χαλκούχα φυτοφάρμακα.