• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

CORNUSΚόρνος (Cornus)
Οικογένεια: Κορνίδες (Cornaceae)
Κοινά ονόματα: κρανιά, αγριοκρανιά, μαυροβεργία, μαυροβέργι

Γένος με 40 είδη ποωδών θάμνων και δενδρυλλίων, κυρίως φυλλοβόλων. Παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφορές ως προς τη μορφή των καρπών και των λoυλουδιών, γι' αυτό και το γένος έχει υποδιαιρεθεί σε διάφορα γένη, αλλά τα νέα ονόματα που προτάθηκαν από τους βοτανολόγους δεν έχουν μπει ακόμα σε κοινή χρήση. Μερικά είδη καλλιεργούνται για την ομορφιά των λουλουδιών και του φυλλώματός τους, καθώς και για τα ωραιότατα χρώματα που έχει ο φλοιός των κορμών τους.
Όλα τα είδη έχουν ωοειδή φύλλα, με δευτερεύουσες νευρώσεις, που τείνουν ν' ανασυνδέονται με την κεντρική κύρια νεύρωση. Τα λουλούδια, αστερόμορφα και μικρά, είναι συνήθως άσπρα, κίτρινα ή κιτρινοπράσινα, ενωμένα σε σκιάδια ή σε κορύμβους και περιβάλλονται, μερικές φορές, από πολύ διακοσμητικά βράκτεια, όμοια με πέταλα. Σχηματίζονται στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου, συνήθως, στις αρχές του καλοκαιριού. Όλα τα φυλλοβόλα είδη είναι διαδομένα στις εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαίριου και τα περισσότερα από αυτά παράγουν διακοσμητικά λουλούδια, που όμως στη νότια Ευρώπη έχουν την τάση να εμφανίζονται σε περιορισμένο αριθμό, με αποτέλεσμα να χάνουν ένα μεγάλο μέρος από τη διακοσμητική τους αξία.

Είδη και ποικιλίες
Κόρνος ο λευκός (Cornus alba). Το είδος αυτό, που σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες ταξινομήσεις ανήκει στο γένος Σουίδα (Swida) κατάγεται από τη Σιβηρία, τη Μαντσουρία και τη βόρεια Κορέα. Είναι ένας εύρωστος, φυλλοβόλος θάμνος, με όρθια μορφή, που φτάνει σε ύψος 2.5-3 μ. και σε διάμετρο 3 μ. Τα στελέχη του παίρνουν, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, έναν αιματώδη χρωματισμό. Παράγει πολυάριθμες παραφυάδες. Έχει αντίθετα ωοειδή ή ελλειπτικά φύλλα, πτυχωτά και βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια, καθώς και γκρίζα στην κάτω. Το φθινόπωρο παίρνουν συχνά ένα όμορφο κόκκινο ή πορτοκαλί χρωματισμό. Η ανθοφορία δεν παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και παρατηρείται τον Μάιο – Ιούνιο. Τα λουλούδια, ασπροκίτρινα, είναι ενωμένα σε πεπλατυσμένους κορύμβους, χωρίς βράκτεια. Οι καρποί, άσπροι με γαλάζιες αποχρώσεις, έχουν στρογγυλό σχήμα και ωριμάζουν τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο. Είναι ένα φυτό κατάλληλο για ξερά και ασβεστώδη εδάφη, πολύ διαδομένο στη βόρεια Αμερική. Στην Ευρώπη καλλιεργούνται κυρίως οι εξής ποικιλίες: «Αργυρή Παρυφή» (Argenteo-marginata"), που τα φύλλα της έχουν μεγάλες αργυρόχρωμες παρυφές, οι οποίες παίρνουν το φθινόπωρο το κόκκινο χρώμα του καρμίνιου, «Μελανο-αιματόχρους» ("Atrosanguinea") με βαθυκόκκινη-κρεμεζιά φλούδα και μοβ αποχρώσεις, που τονίζονται ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, «Γκουσώλτειος» ("Gouchaultii") πολύ εύρωστη, με πράσινα-ροζ φύλλα και ροζ παρυφές, που στα «ενήλικα» φυτά γίνονται πράσινα με κίτρινες ραβδώσεις, «Κομψοτάτη» ("Elegentissima") με κόκκινα στελέχη και φύλλα με άσπρες παρυφές και κηλίδες, «Σιβηρική» ("Sibirica") με φύλλα που έχουν χρυσωπά στίγματα και φλούδα που παίρνει το χειμώνα κόκκινο χρώμα, και, τέλος, «Ουέστονμπιρτ» («Westonbirt") που τα στελέχη της γίνονται κόκκινα κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Κόρνος ο εναλλασσόφυλλος (Cornus ulternifolia). Το είδος αυτό, που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική, είναι κατάλληλο για υγρά εδάφη όπου μπορεί να φτάσει το ύψος των 8 μ. Έχει ακανόνιστες διακλαδώσεις και εναλλοσσόμενα, ωοειδή-ελλειπτικά φύλλα, που σχηματίζονται στις άκρες των κλαδιών. Το χρώμα τους είναι βαθυπράσινο στην επάνω επιφάνεια και γαλαζωπό στην κάτω. Τα λουλούδια εμφανίζονται τον Μάιο-Ιούνιο, ενωμένα σε κορύμβους, χωρίς βράκτεια. Οι καρποί, σε βαθύ κυανό χρώμα, ωριμάζουν τον Αύγουστο. Πιο διαδομένη από το τυπικό είδος είναι η ποικιλία «Αργυρόχρωμη» ("Argentea"), τα φύλλα της οποίας έχουν άσπρες ραβδώσεις.

Κόρνος ο άμωμος (Comus amomum). Κατάγεται από τη βόρεια Αμερική. Τα φύλλα του καλύπτονται στην κάτω επιφάνεια μ' ένα μεταξένιο αργυρόχρωμο χνούδι. Οι καρποί του έχουν έντονο μπλε χρώμα.

Κόρνος ο καναδικός (Cornus Canadensis). Πολυετές ποώδες είδος, που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική και κατατάσσεται, συνήθως, στο γένος Χαμαιπερικλύμενον (Chamaepe¬riclymenum). Πρόκειται για έρπον, φυλλοβόλο φυτό, ύψους 10-15 εκατ. και πλάτους 60 εκατ., με πολύ αναπτυγμένα ριζώματα. Έχει ωοειδή φύλλα, που σχηματίζονται στην κορυφή των στελεχών, ενωμένα συνήθως ανά 6. Παρουσιάζει κατά τον Ιούνιο μικρά λουλούδια, σε πράσινο-πορφυρό χρώμα, που σχηματίζουν πεπλατυσμένους κορύμβους στα άκρα των κλαδιών. Περιβάλλονται από άσπρα βράκτεια. Μετά την ανθοφορία παράγει κόκκινους, στρογγυλωπούς καρπούς. Είναι ένα είδος κατάλληλο για τυρφώδη εδάφη και χρησιμοποιείται σαν φυτό επικάλυψης σε βραχόκηπους και τοίχους.

Κόρνος ο κεφαλωτός (Cornus capitata). Αειθαλές είδος, που κατάγεται από τα Ιμαλάια και κατατάσσεται, σήμερα, στο γένος Δενδροβενθαμία (Dendrobethamia). Το ύψος του μπορεί να φτάσει τα 10 μ. και η διάμετρος της «κόμης» του τα 6 μ. Είναι κατάλληλο για ζώνες με ήπιο κλίμα, αλλά γενικά δεν καλλιεργείται στην Ευρώπη. Έχει αντίθετα, ωοειδή – λογχοειδή φύλλα, με θαμπό γκριζοπράσινο χρώμα. Ανθίζει τον Ιούνιο-Ιούλιο και στη συνέχεια παράγει κόκκινους εδώδιμους καρπούς, που μοιάζουν με φράουλες. Έχει μικρά λουλούδια, που σχηματίζουν συμπαγείς, πεπλατυσμένους κορύμβους, οι οποίοι περιβάλλονται από 4-6 κίτρινα-κρεμ βράκτεια, μήκους 3-5 εκατ.

Κόρνος ο αμφισβητούμενος (Cornus controversa). Κατάγεται από την Κίνα και την Ιαπωνία, φτάνει σε ύψος και διάμετρο 4.5-6 μ. και πλάτος πάνω από 6 μ. Πρόκειται για φυλλοβόλο είδος με εναλλασσόμενα, ωοειδή φύλλα. Παρουσιάζει, κατά τον Ιούνιο – Ιούλιο, πεπλατυσμένους κορύμβους, που αποτελούνται από άσπρα λουλούδια. Οι καρποί, σφαιρικοί, έχουν ένα λαμπερό μπλε-μαυριδερό χρώμα και ωριμάζουν το φθινόπωρο. Η ποικιλία «Ποικιλόχρωμος» ("Variegata") έχει φύλλα διάστικτα με άσπρο.

Κόρνος ο θαλερός (Cornus florida). Διακλαδισμένος θάμνος ή μικρό δέντρο, που κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές των Ηωμένων Πολιτειών. Σήμερα κατατάσσεται στο γένος Κυνόξυλον (Cynoxylon). Έχει ύψος 5-6 μ. και πλάτος πάνω από 6 μ. Ειναι περιζήτητος, τόσο για το φύλλωμά του, που παρουσιάζει ωραιότατα φθινοπωρινά χρώματα, όσο και για την άσπρη ροζ ή κόκκινη ανθοφορία του. Τα φύλλα, αντίθετα και ωοειδή, είναι βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια και γλαυκόχρωμα στην κάτω, ενώ το φθινόπωρο παίρνουν πορτοκαλοκόκκινες αποχρώσεις. Τα λουλούδια, ασήμαντα και πρασινωπά, περιβάλλονται από 4 καρδιόσχημα βράκτεια, μήκους 4-6 εκατ., που μοιάζουν με πέταλα. Από τα τέλη του καλοκαιριού και μετά αρχίζουν να εμφανίζονται οι καρποί, που έχουν σφαιρικό σχήμα και μοιάζουν με φράουλες. Η ποικιλία «Ερυθρά» ("Rubra") έχει ροζ, κόκκινα και άσπρα βράκτεια.

Κόρνος ο κούσειος (Cornus kousa). Πλαγιόκλαδος, φυλλοβόλος θάμνος, που κατάγεται από την Ιαπωνία, την Κίνα και την Κορέα. Φτάνει σε ύψος 5-6 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ. Ανθίζει τον Μάιο – Ιούνιο και το φθινόπωρο παράγει εδώδιμους καρπούς, που μοιάζουν με φράουλες. Τα φύλλα, σε διάφορους τόνους του πράσινου, είναι ωοειδή με μυτερή άκρη και κυματοειδείς παρυφές. Τα λουλούδια είναι πράσινα – πορφυρά και έχουν 4 άσπρα, ωοειδή βράκτεια, μήκους 2-4 εκατ. με μυτερή κορυφή. Η ποικιλία «Σινική» ("Chinensis") έχει πιο όρθια μορφή και μεγαλύτερα βράκτεια από του τυπικού είδους. Επίσης, το φύλλωμά του παίρνει το φθινόπωρο μια απαλή κρεμεζιά απόχρωση.

Κόρνος ο άρρην (Cornus mas). Το είδος αυτό, που είναι πιο γνωστό στην Ελλάδα σαν κρανέα, κρανεία και κρανιά, απαντά αυτοφυές στην κεντρική και νότια Ευρώπη, τη Μικρά Ασία και τον Καύκασο, όπου στο κατάλληλο έδαφος μπορεί να φτάσει σε ύψος των 5-8 μ. Χρειάζεται ασβεστώδη εδάφη, με καλή αποστράγγιση και ζεστή, ηλιόλουστη τοποθεσία. Πρόκειται για φυλλοβόλο δενδρύλλιο, με συμπαγή και διακλαδισμένη μορφή, με τετραγωνικά κλαδιά, ωοειδή, βαθυπράσινα φύλλα. Η ανθοφορία παρατηρείται από τον Φεβρουάριο ως τον Απρίλιο, στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου που δεν έχουν φύλλα. Τα μικρά λουλούδια είναι χρυσοκίτρινα και εμφανίζονται ενωμένα σε αντίθετα, στρογγυλωπά σκιάδια, που περιβάλλονται από 4 πρασινωπά βράκτεια. Παράγει εδώδιμους καρπούς, κόκκινους, γυαλιστερούς και ωοειδείς, όμοιους με φραγκοστάφυλα που ωριμάζουν το καλοκαίρι. Από τις διάφορες καλλιεργούμενες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» ("Aurea") με κίτρινα φύλλα, την «Κομψοτάτη» ("Elegantissima") με φύλλωμα διάστικτο με ροζ και άσπρο, και την «Ποικιλόχρωμη» ("Variegata"), που τα φύλλα της έχουν άσπρες παρυφές.

Κόρνος ο νυττάλλειος (Cornus nutallii). Φυλλοβόλο δέντρο, που χρησιμοποιείται, συνήθως σαν μεγάλος θάμνος. Σήμερα το είδος αυτό κατατάσσεται στο γένος Κυνόξυλον (Cynoxylon). Κατάγεται από τη βορειοδυτική Αμερική και φτάνει σε ύψος 5-12 μ., ενώ η διάμετρος της «κόμης» του φτάνει τα 2.5-6 μ. Έχει ωοειδή, θαμπά πράσινα φύλλα και στρογγυλωπά κιτρινοπράσινα λουλούδια, ενωμένα σε σκιάδια, που περιβάλλονται από 4-8 ωοειδή άσπρα βράκτεια με ροζ αποχρώσεις. Ανθίζει τον Μάιο και μετά παράγει καρπούς που μοιάζουν με φράουλες.

Κόρνος ο φαρμακευτικός (Cornus officinalis). Κατάγεται από την Ιαπωνία και μοιάζει πολύ με το είδος Κόρνος ο άρρην (κρανιά), αλλά έχει μεγαλύτερες διαστάσεις απ' αυτό. Παράγει εδώδιμους καρπούς.

Κόρνος ο ολιγόνευρος (Cornus paucinervis). Έχει άσπρα – κρεμ λουλούδια, που ανοίγουν τον Ιούλιο – Αύγουστο και παράγει μαύρους καρπούς. Φτάνει το ύψος των 3 μ.

Κόρνος ο πτυχωτός (Cornus rugosa). Θαμνώδες, φυλλοβόλο είδος, που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική και μπορεί να φτάσει το ύψος των 3 μ. Τα φύλλα, ωοειδή, καλύπτονται από ένα λεπτό χνούδι. Οι νεαροί βλαστοί παρουσιάζουν ένα όμορφο κοκκινωπό χρώμα. Κατά τον Ιούνιο παρουσιάζει όμορφα άσπρα λουλούδια και στη συνέχεια παράγει ωχρογάλανους καρπούς.

Κόρνος ο αιματόχρους (Cornus sanguinea). Θαμνώδες, φυλλοβόλο είδος, με όρθια μορφή, που κατάγεται από την Ευρώπη. Τα νεαρά κλαδιά έχουν καστανέρυθρο χρώμα. Έχει μυτερά, ωοειδή φύλλα, που καλύπτονται από χνούδι στην κάτω επιφάνεια. Ανθίζει τον Μάιο – Ιούνιο και καρποφορεί το φθινόπωρο. Τα λουλούδια, άσπρα – πρασινωπά, είναι ενωμένα σε κορύμβους πλάτους 4-5 εκατ. και οι καρποί, σφαιρικοί, έχουν ένα σκούρο πορφυρό, σχεδόν μαύρο χρώμα. Αναπτύσσεται, κατά προτίμηση, σε αρκετά υγρά ασβεστώδη και αργιλώδη εδάφη και μπορεί να φτάσει το ύψος των 4 μ. Είναι πολύ διαδομένο στη φύση, όπου πολλαπλασιάζεται εύκολα με παραφυάδες. Πρόκειται για είδος πολύ διακοσμητικό, χάρη στο κόκκινο – αιματώδες χρώμα που παίρνει το φύλλωμα και ο φλοιός του κατά το φθινόπωρο.

Κόρνος ο στολωνοφόρος (Cornus stolonifera). Εύρωστος φυλλοβόλος θάμνος, που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική. Ορισμένοι βοτανολόγοι κατατάσσουν το είδος αυτό στο γένος Σουίδα (Swida). Φτάνει το ύψος των 2.5-3 μ. και τη διάμετρο των 2-3 μ. Έχει έρποντα κλαδιά, πολλά από τα οποία ριζώνουν στο έδαφος. Επίσης το φυτό αυτό παράγει πολυάριθμες παραφυάδες. Οι βλαστοί έχουν ένα βαθυπόρφυρο, σχεδόν μαύρο χρώμα, ενώ η φλούδα παίρνει το χειμώνα έναν κόκκινο χρωματισμό, που είναι και το κυριότερο διακοσμητικό στοιχείο του είδους αυτού. Τα φύλλα παρουσιάζουν μικρό ενδιαφέρον και τα λουλούδια, κιτρινωπά, μοιάζουν με τα λουλούδια του Κόρνου του λευκού (Cornus alba). Οι καρποί έχουν άσπρο χρώμα. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Χαλκόξανθη» ("Flaviramea") που η φλούδα της παίρνει το χειμώνα ένα κιτρινοπράσινο χρώμα.

Κόρνος ο σουηδικός (Cornus suecica). Πολυετές, ποώδες, μάλλον ευαίσθητο είδος, που μοιάζει πολύ με τον Κόρνο τον καναδικό (Cornus Canadensis), αλλά καλλιεργείται πιο δύσκολα απ' αυτόν. Είναι φυτό με πολλές παραφυάδες, ύψους 10-15 εκατ., με λουλούδια που περιβάλλονται από άσπρα βράκτεια και ζωηρόχρωμους κόκκινους καρπούς. Το φύλλωμά του παίρνει το φθινόπωρο ένα ποραλοκόκκινο χρώμα. Αναπτύσσεται καλά σε δροσερά και πλούσια σε χούμο εδάφη.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα περισσότερα είδη είναι ανθεκτικά και χρειάζονται δροσερά εύφορα εδάφη, πλούσια σε χούμο. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της άνοιξης, σε ηλιόλουστες ή μερικώς σκιαζόμενες θέσεις. Τα ποικιλόχρωμα είδη πρέπει να φυτεύονται στον ήλιο, για να παίρνει το φύλλωμά τους όμορφα χρώματα. Εξάλλου όλα τα είδη, επειδή διαθέτουν λίγη χλωροφύλλη, έχουν μάλλον αργό ρυθμό ανάπτυξης.

Πολλαπλασιασμός
Όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με μοσχεύματα και με καταβολάδες. Οι καταβολάδες ετοιμάζονται το Σεπτέμβριο και μπορούν ν' αποσπαστούν ύστερα από δυο χρόνια, με εξαίρεση τον Κόρνο το λευκό (Cornus alba) και τον Κόρνο τον στολωνοφόρο (Cornus stolonifera), για τους οποίους η απόσπαση μπορεί να γίνει τον επόμενο Οκτώβριο.
Τα μοσχεύματα ετοιμάζονται τον Ιούλιο – Αύγουστο: είναι τμήματα ημιώριμου ξύλου, μήκους 7-10 εκατ., εφοδιασμένα μ' ένα τμήμα παλαιότερου κλαδιού. Φυτεύονται σε ένα μείγμα τύρφης και άμμου, σε ίσα μέρη, σε κασόνι πολλαπλασιασμού ή σε θερμοκήπια που διαθέτουν εγκαταστάσεις νεφελοψεκασμού. Όταν αναπτυχθούν οι ρίζες, τα μοσχεύματα φυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 7-8 εκατ., γεμάτες με χώμα, τύρφη, άμμο, και διατηρούνται σε ψυχροστρωμνή όλο το χειμώνα. Τον Απρίλιο μεταφυτεύονται σε φυτώριο, όπου μένουν για 2-3 χρόνια. Τέλος, φυτεύονται στην οριστική τους θέση το φθινόπωρο ή στις αρχές της άνοιξης.
Μερικά είδη, και για την ακρίβεια ο Κόρνος ο κεφαλωτός, (Cornus capitata), ο Κόρνος ο θαλερός (Cornus florida), ο Κόρνος ο κούσειος (Cornus kysa), ο Κόρνος ο άρρην (Cornus mas), και ο Κόρνος ο νυττάλλειος (Cornus nuttallii), μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με σπόρο.
Η σπορά γίνεται το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Οι σπόροι φυτεύονται σε γλάστρες ή γαβάθες, γεμάτες με το κατάλληλο μείγμα για σπόρους, σε ψυχρό κασόνι.
Όταν τα μικρά φυτά μεγαλώσουν αρκετά για να μπορέσουν να μεταφυτευτούν, μεταφέρονται ένα – ένα σε γλάστρες γεμάτες μ' ένα μείγμα από χώμα, τύρφη και άμμο. Στη συνέχεια μεταφυτεύονται σε φυτώριο, όπου μένουν για 2-3 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση. Το φύτρωμα αργεί πολύ να γίνει.
Επειδή μερικά είδη βγάζουν παραφυάδες, είναι δυνατό να πολλαπλασιαστούν μ' αυτές (αποσπώνται από το μητρικό φυτό και μεταφυτεύονται το Νοέμβριο)

Κλάδεμα
Γενικά, τα θαμνώδη είδη αντέχουν καλά στο κλάδεμα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για φράχτες. Αντίθετα, εκείνα που καλλιεργούνται σαν δέντρα ή μεγάλα δενδρύλλια δεν χρειάζονται κανονικό κλάδεμα αλλά ένα καθάρισμα από τα δυνατά ή ξερά κλαδιά. Εξάλλου, «αυστηρό» κλάδεμα γίνεται κατά τον Μάρτιο, οπότε κόβονται τα κλαδιά σε απόσταση 10-20 εκατ. από την επιφάνεια του εδάφους. Το κλάδεμα αυτό είναι απαραίτητο για όλα τα είδη που καλλιεργούνται για τη ομορφιά της φλούδας τους, κυρίως για τον Κόρνο τον λευκό (Cornus alba) και τις διάφορες ποικιλίες του.