• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

lemoniaΛεμονιά
Κίτρον η λεμονέα (Cirtus limonium)
Οικογένεια: Ρουτίδες (Rutaceae)

Η λεμονιά είναι ένα καρποφόρο δέντρο, που ανήκει στην ομάδα των εσπεριδοειδών. Κατάγεται από την Ινδία και την Ινδοκίνα, όπου βρίσκεται σε αυτοφυή κατάσταση. Στις μεσογειακές χώρες μεταφέρθηκε από τους Άραβες. Όπως όλα τα εσπεριδοειδή αναπτύσσεται καλά στα θερμά κλίματα. Στη χώρα μας καλλιεργείται κυρίως στην Πελοπόννησο και στα νησιά. Στις βόρειες περιοχές, αντίθετα, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί στο ύπαιθρο, επειδή δεν αντέχει σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 2ο C. Μπορεί, ωστόσο, να καλλιεργηθεί και στις ζώνες αυτές, περισσότερο για διακοσμητικούς σκοπούς, σε μαγάλες γλάστρες, που στη διάρκεια του χειμώνα μεταφέρονται σε προφυλαγμένο περιβάλλον με ελάχιστη θερμοκρασία 3-4ο C.
Η λεμονιά είναι ένα μικρό αειθαλές δέντρο ύψους 7-8 μ., που μοιάζει πολύ με τη λιμεττία, με τη διαφορά ότι έχει ιώδεις βλαστούς, μεγαλύτερα αγκάθια, άσπρα άνθη με πορφυρές αποχρώσεις και φύλλα μ' ελαφρώς φτερυγιοφόρους μίσχους. Έχει, εξάλλου, ωοειδή γυαλιστερά φύλλα και αρωματικά λουλούδια, που σχηματίζονται μονήρη ή ενωμένα σε μικρές ομάδες και μασχάλες των φύλλων. Οι καρποί, ωοειδείς ή επιμήκεις, με μυτερή άκρη και κίτρινη, λεία ή ρυτιδωμένη φλούδα, έχουν πολύ ξινή γεύση – η σάρκα τους – που είναι επίσης χωρισμένη σε 8-10 φέτες.
Σε κατάλληλες συνθήκες οι λεμονιές ανθίζουν και καρποφορούν όλο το χρόνο (πολύφορες). Κατά συνέπεια μπορούν να υπάρχουν ταυτόχρονα καρποί και λουλούδια πάνω στο ίδιο δέντρο. Η ανθοφορία και η καρποφορία είναι, ωστόσο, πιο πλούσιες σε ορισμένες εποχές του χρόνου. Οι σπουδαιότερες ανθοφορίες είναι η ανοιξιάτικη (Απρίλιο – Μάιο), από την οποία προέρχονται τα «χειμωνιάτικα» λεμόνια, που ωριμάζουν από τον Σεπτέμβριο ως τον Απρίλιο και η ανθοφορία του τέλους του καλοκαιριού (Σεπτέμβριος), απ' όπου προέρχονται τα λεμόνια «βερντέλια», τα οποία ωριμάζουν από τον Ιούνιο ως τον Αύγουστο. Τα χειμωνιάτικα λεμόνια αντιπροσωπεύουν τα ¾ περίπου της ετήσιας παραγωγής.
Εκτός από την αξία των καρπών της η λεμονιά είναι επίσης κι ένα όμορφο καλλωπιστικό δέντρο, χάρη στο γυαλιστερό της φύλλωμα, τα άσπρα λουλούδια της και την ταυτόχρονη παρουσία λουλουδιών και καρπών πάνω στο ίδιο δέντρο. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν τα λεμόνια σαν αντίδοτο σε ορισμένα δηλητήρια, αλλά και για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες σε περιπτώσεις επιδημιών. Σήμερα έχει γίνει γνωστό πως είναι πολύ πλούσια σε κιτρικό και μηλικό οξύ, σε εστέρες του κιτρικού οξέως, πηκτίνες, ορυκτά άλατα και, κυρίως, σε βιταμίνη C. Η φλούδα, εξάλλου, περιέχει μια ουσία με ισχυρές αντισηπτικές ιδιότητες. Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες αναφέρουμε την «Καρυστινή», την «Άσπερμη» και από τις ξενικές την «Ωοειδή του Σορέντο», τη «Λουνάριο» και την «Κοινή ωοειδή».

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι λεμονιές φυτεύονται το Μάρτιο σε απάνεμες θέσεις και σε ελαφρά, καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη, εμπλουτισμένα με οργανικές ουσίες. Πριν από το φύτεμα το χώμα εμπλουτίζεται με κοπριά και ανόργανα λιπάσματα. Στη συνέχεια οι λιπάνσεις με κοπριά επαναλαμβάνονται κάθε 2-3 χρόνια και με ανόργανα λιπάσματα (με βάση το άζωτο, φωσφόρο και κάλιο) κάθε 6 μήνες. Τα ποτίσματα πρέπει να είναι άφθονα και συχνά (κάθε 10-12 μέρες) την άνοιξη – καλοκαίρι. Ο τρόπος του ποτίσματος γίνεται με κατάκλυση: δηλαδή, γύρω από κάθε δέντρο ανοίγονται λάκκοι οι οποίοι γεμίζονται με νερό. Αν σταματήσουν τα ποτίσματα τον Ιούνιο και τις πρώτες μέρες του Ιουλίου και ξαναρχίσουν – με ταυτόχρονη χορήγηση νιτρικού ασβεστίου – επιτυγχάνεται μια μεγαλύτερη παραγωγή από «βερντέλια». Αυτή η τεχνική, όμως, αδυνατίζει το δέντρο, γι' αυτό δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Για την καλλιέργεια σε μεγάλες γλάστρες ή κάδους χρησιμοποιείται ένα μείγμα πολύ πλούσιο σε θρεπτικές ουσίες. Η παραγωγή των καρπών αρχίζει 4-5 χρόνια μετά το φύτεμα. Η λεμονιά μπορεί να ζήσει μέχρι και 80 χρόνια.

Πολλαπλασιαμός
Οι λεμονιές πολλαπλασιάζονται μ' εμβολιασμό – με «κοιμώμενο οφθαλμό» – πάνω σε σπορόφυτο λεμονιάς ή άλλου εσπεριδοειδούς, όπως η Λιμεττία (Κίτρον το νεραντζόφυλλο – Citrus aurantifolia), ο Πόγκιρος ο τρίφυλλος (Poncirus trifoliate) και η νεραντζιά (Κίτρον το νεράντζιον – Citrus aurantium). Ο εμβολιασμός γίνεται σε φυτώριο, όταν τα υποκείμενα φτάσουν σε ύψος 0.5-1 μ.
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο εφαρμόζεται μόνο για την παραγωγή υποκειμένων (σπορόφυτα λεμονιάς). Επίσης ο πολλαπλασιασμός μπορεί να γίνει και με μοσχεύματα μήκους 40-50 εκατ., που θα τα κόψετε την άνοιξη από κλαδιά χωρίς αγκάθια και θα τα παραχώσετε σε αμμώδες έδαφος, αφήνοντας έξω από το χώμα 2-3 «μάτια». Θα τα φυτέψετε στην οριστική τους θέση ύστερα από 2-3 χρόνια.

Κλάδεμα
Η λεμονιά διαμορφώνεται σε σχήμα κυπέλλου, σφαίρας ή και σε φυσικό σχήμα. Όσο για το κλάδεμα παραγωγής, πρέπει να γίνεται το καλοκαίρι αλλά με προσοχή, επειδή η λεμονιά δεν αντέχει στα κλαδέματα. Το δέντρο αυτό παράγει άνθη και καρπούς σε κλαδιά ηλικίας ενός χρόνου. Συνεπώς, κατά το κλάδεμα παραγωγής θα πρέπει ν' αφήνονται ανέπαφα αυτά τα κλαδιά (ή το πολύ ν' αραιώνονται αν είναι πολύ πυκνά) και να κλαδεύονται μόνο αυτά που έχουν ήδη δώσει παραγωγή, καθώς και τα άρρωστα ή όσα έχουν υποστεί ζημιές.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η πιο σοβαρή ασθένεια της λεμονιάς είναι η κορυφοξήρα, που προκαλείται από έναν μύκητα, το «Δευτερόφομα το τραχειοφιλο» (Deuterophoma tracheiphila). Ο μύκητας αυτός εισχωρεί στο δέντρο από τα τραύματα, εγκαθίσταται στα αγγεία – αγωγούς των χυμών, και τα αποφράσσει. Η εξέλιξη της ασθένειας είναι λιγότερο ή περισσότερο γρήγορη και σοβαρή, ανάλογα με το τμήμα του δέντρου στο οποίο αρχίζει η μόλυνση: αν αρχίζει από τις ρίζες ή από τον κορμό, τα φύλλα και ολόκληρο το δέντρο ξεραίνονται σε μικρό χρονικό διάστημα (μερικές φορές μέσα σε λίγες μέρες). Αν, αντίθετα, η μόλυνση αρχίζει από την «κόμη», εκτείνεται προς τα κάτω μέρη του δέντρου πολύ πιο αργά: τα φύλλα αρχικά κιτρινίζουν, ύστερα ξεραίνονται και πέφτουν, στη συνέχεια ξεραίνονται και τα κλαδιά. Θα πρέπει να επέμβει κανείς έγκαιρα κόβοντας και καταστρέφοντας τα μολυσμένα κλαδιά (που αναγνωρίζονται εύκολα, επειδή το ξύλο παίρνει ένα αφύσικο κίτρινο χρώμα) και απολυμαίνοντας με προσοχή τις επιφάνειες της τομής. Η καταπολέμηση της σοβαρής αυτής ασθένειας (που μεταδίδεται κυρίως το φθινόπωρο – χειμώνα) έχει προληπτικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να διαπιστώνεται η παρουσία τραυμάτων και τα οποία είναι απαραίτητο να θεραπεύονται έγκαιρα. Επίσης δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται πολλά αζωτούχα λιπάσματα.

Η λεμονιά, εξάλλου, όπως και όλα τα εσπεριδοειδή, μπορεί να προσβληθεί και από άλλες ασθένειες, όπως η κομμίωση ή σήψη του «λαιμού», η βακτηρίωση και οι καπνιές, που ευνοούνται από τις σακχαρώδεις εκκρίσεις των αφίδων και των κοκκοειδών (ψώρες). Τα τελευταία είναι οι φοβερότεροι ζωικοί εχθροί των εσπεριδοειδών (βλ. Πορτοκαλιά).