• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

THUIAΤούγια (Thuja)
Οικογένεια: Κυπαρισσίδες (Cupressaceae)
Συνώνυμα: Θούγια, Θυία
Γένος που περιλαμβάνει 5 είδη αειθαλών κωνοφόρων, τα οποία απαντούν αυτοφυή στη βόρεια Αμερική και στην ανατολική Ασία. Είναι δέντρα ή θάμνοι βραδείας ανάπτυξης, με μικρές ή μεσαίες διαστάσεις (εκτός από την Τούγια την πτυχωτή (T. plicata) και λιγότερο ή περισσότερο πυραμιδοειδή «κόμη» με όρθια κλαδιά). Τα φύλλα, λεπιοειδή, πεπλατυσμένα, έχουν πράσινο, κίτρινο ή καστανό χρώμα, καλύπτουν τελείως τα κλαδιά και αναδίδουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά. Τα νεαρά φύλλα είναι πιο μεγάλα και μυτερά από τα ενήλικα. Όπως και όλα τα κωνοφόρα, η Τούγια παρουσιάζει ξεχωριστές αρσενικές και θηλυκές ταξιανθίες. Οι κώνοι (κουκουνάρια) όρθιοι και μικροί, έχουν ωοειδές σχήμα και φέρουν «λέπια» που στρέφονται προς όλες τις κατευθύνσεις.
Οι νάνες ποικιλίες είναι κατάλληλες για μικρούς κήπους και βραχόκηπους. Τα πιο μεγάλα δέντρα καλλιεργούνται μεμονωμένα ή κατά συστάδες, στα πάρκα και στους μεγάλους κήπους. Μερικές ποικιλίες χρησιμοποιούνται για να σχηματίζουν φράχτες και ανεμοθραύστες.
Είδη και ποικιλίες
Τούγια η δυτική (Thuja occidentalis). Γνωστό σαν «δέντρο της ζωής». Το είδος αυτό κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές του Καναδά και τις Η.Π.Α., όπου απαντά αυτοφυές και φτάνει σε ύψος 15-20 μ. Πρόκειται για δέντρο βραδείας ανάπυξης, όχι πολύ μακρόβιο, με συμπαγή, πυραμιδοειδή «κόμη» (διαμέτρου 4-6 μ.). Τα φύλλα, λεπιοειδή, είναι θαμπά πράσινα στην επάνω και κιτρινοπράσινα στην κάτω επιφάνεια. Οι κώνοι, αρχικά πράσινοι και όρθιοι, γίνονται στη συνέχεια καστανοί και κρεμάμενοι. Το είδος αυτό, που προτιμά τα βαθιά και βαλτώδη εδάφη, έχει δημιουργήσει 100 περίπου ποικιλίες, από τις οποίες αναφέρουμε τις ακόλουθες: «Φουντωτή» ("Caespitosa") νάνα, συμπαγής, στρογγυλωπή, ύψους και πλάτους 50 εκατ., κατάλληλη για βραχόκηπο, «Σφαιρική» ("Globosa") που σχηματίζει συμπαγείς, στρογγυλωπούς θυσάνους με γκριζοπράσινα φύλλα, «Κίτρινη» ("Lutea") πολύ ανθεκτική, με κίτρινα – κρεμ φύλλα στα εξωτερικά τμήματα της «κόμης» και πράσινα στα εσωτερικά και, τέλος, «Ρέινγκολντ» ("Rheingold") με χρυσωπό - χαλκόχρωμο φύλλωμα.
Τούγια η ανατολική ("Thuja orientalis). Το είδος αυτό κατάγεται από τη βόρεια και δυτική Κίνα. Πρόκειται για θάμνο ή δέντρο, με ύψος 5 περίπου μ. και πλάτος 3-4 μ., σε σχήμα οβελίσκου με κάθετα κλαδιά. Τα φύλλα, ζωηρά πράσινα το καλοκαίρι, παίρνουν το κοκκινωπό χρώμα του χαλκού το χειμώνα. Είναι το μοναδικό είδος του γένους που δεν έχει τη χαρακτηριστική μυρωδιά της τούγιας. Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του, όλες σχεδόν νάνες, αναφέρουμε τη «Χρυσή νάνα» ("Aurea nana") με ωοειδές σχήμα, που σπάνια ξεπερνά το ύψος του 1 μ. και την «Κομψοτάτη» (Elegantissime") ύψους 2.5 μ.
Τούγια η πτυχωτή (Thuja plicata). Γνωστό και σαν Τούγια η λόμπειος (Thuja lobbii) ή Τούγια το Λομπ, το είδος αυτό κατάγεται από τις δυτικές ακτές των Η.Π.Α., όπου σχηματίζει μεγάλα δάση. Είναι το πιο ψηλό είδος του γένους. Φτάνει σε ύψος 25-30 μ. (αλλά υπάρχουν και δέντρα που ξεπερνούν τα 40 μ.), με κωνική «κόμη» (πλάτους 6-9 μ.), στενή στα νεαρά και πιο απλωτή στα ενήλικα δέντρα. Η φλούδα έχει καστανό χρώμα και αποσπάται σε λεπτές λωρίδες. Τα φύλλα, λεπιοειδή, πεπλατυσμένα και γυαλιστερά, έχουν βαθυπράσινο χρώμα ολόκληρο το χρόνο. Το είδος αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί σαν μεμονωμένο δέντρο αλλά είναι κατάλληλο και για φράχτες. Από τις πολυάριθμες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Μελανοπράσινη» ("Atrovirens") με βαθυπράσινα φύλλα, κατάλληλη για φράχτες και ανεμοθραύστες, την «Κιονωτή» ("Fastigiata") με κονωτή μορφή, την «Κρεμαστή» ("Pendula") με κρεμάμενα κλαδιά, τη «Χρυσοποίκιλτη» ή «Ζεμπρίνα» ("Aureovariegata") ή ("Zebrina") με φύλλα που έχουν κίτρινες ραβδώσεις και τη «Χρυσή Στόουνχαμ» ("Stounham Gold") με φύλλα που έχουν κίτρινες κορυφές.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι τούγιες καλλιεργούνται εύκολα σε όλα τα εδάφη κήπου, αλλά προτιμούν τα βαθιά και δροσερά χώματα. Φυτεύονται σε απάνεμα και ηλιόλουστα μέρη (εκτός από τις ποικιλίες με χρυσωπά φύλλα που δεν θέλουν πολύ φως) κατά το Νοέμβριο ή το Μάρτιο. Χρησιμοποιούνται νεαρά δενδρύλλια, ύψους 60 περίπου εκατ. Τα δενδρύλλια που προορίζονται για φράχτες φυτεύονται σε απόσταση 60-80 εκατ. το ένα από το άλλο. Οι κορυφές των κύριων βλαστών κόβονται για να ευνοηθεί η διακλάδωση.
Πολλαπλασιασμός
Τα τυπικά είδη πολλαπλασιάζονται με σπόρο, σε ψυχρό κασόνι τον Φεβρουάριο ή σε φυτώριο τον Μάρτιο. Όταν τα μικρά φυτά ξεπεράσουν το ύψος των 5 εκατ. μεταφυτεύονται σε φυτώριο σε σειρές, όπου καλλιεργούνται για 2 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με ξυλώδη μοσχεύματα, μήκους 5-10 εκατ. που λαμβάνονται κατά τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο από τις κορυφές των κλαδίσκων και φυτεύονται σ' ένα μείγμα άμμου και τύρφης σε ίσα μέρη, σε ψυχρό κασόνι. Όταν ριζώσουν φυτεύονται σε φυτώριο και καλλιεργούνται, όπως τα φυτά που προέρχονται από σπόρο. Μερικές ποικιλίες πολλαπλασιάζονται μ' εμβολιασμό.