• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

PICEAΠικέα η Ερυθρελάτη (Picea)
Οικογένεια: Πευκίδες (Pinaceae)
Κοινά ονόματα: σουηδικό έλατο, έλατο του Όρεγκον, έλατο της Αριζόνας
Γένος που περιλαμβάνει 50 είδη ανθεκτικών και αειθαλών κωνοφόρων δέντρων, τα οποία είναι διαδομένα στις εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαίριου και ιδιαίτερα στις ορεινές ζώνες. Είναι μεγαλοπρεπή δέντρα, με ευθύγραμμο, υψηλό κορμό, κωνική «κόμη» και κρεμάμενα κλαδιά. Τα φύλλα τους, σκληρά και βελονοειδή, έχουν διάφορα χρώματα – βαθυπράσινο, τεφροπράσινο, γαλαζοπράσινο – και είναι πολύ διακοσμητικά. Παράγουν κρεμάμενους, ωοειδείς ή κυλινδρικούς κώνους, με ελαστικά καστανόχρωμα λέπια, που περιέχουν σπόρους οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με φτερό.
Πολλά από τα είδη αυτά είναι κατάλληλα για τη διακόσμηση των κήπων, ενώ υπάρχουν και νάνα είδη, τα οποία μπορούν να καλλιεργηθούν σε βραχόκηπους.
Τα δέντρα αυτά απαντούν αυτοφυή στις ορεινές περιοχές, όπου σχηματίζουν μεγάλα δάση. Η κάθετη διακλάδωσή τους ανταποκρίνεται στην ανάγκη να πάρουν φως από ψηλά, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί αρκετή σκιά στο έδαφος, γεγονός που επιτρέπει τη διατήρηση της απαιτούμενης υγρασίας. Ευδοκιμούν σε βαθιά και δροσερά, μάλλον όξινα εδάφη, ενώ τα περισσότερα είδη δεν αντέχουν στα ξηρά και αλκαλικά εδάφη.
Είδη και ποικιλίες
Πικέα η υψικάρηνος (Picea excelsa). Το είδος αυτό ονομάζεται και Πικέα η ελάτη (Picea abies). Πρόκειται για το γνωστό Σουηδικό έλατο, που απαντά αυτοφυές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Από το είδος αυτό έχουν δημιουργηθεί πολλές νάνες ποικιλίες. Το τυπικό είδος φτάνει σε ύψος 30-50 μ. και σε διάμετρο 6-8 μ. Ο φλοιός των νεαρών δέντρων έχει πορτοκαλί – καστανό χρώμα, που με τον καιρό γίνεται πορφυρόγκριζο. Τα κλαδιά του, οριζόντια ή ελαφρώς κρεμάμενα, φέρουν βελονοειδή φύλλα με ρομβοειδή τομή και βαθυπράσινο χρώμα σε διάφορους τόνους. Οι κώνοι έχουν μήκος 15 περίπου εκατ. και αποτελούνται από επάλληλα, δερματώδη λέπια, με βαθυκάστανο χρώμα. Η παραγωγή των κώνων, όταν τα δέντρα φτάσουν σε μια ηλικία 30 τουλάχιστον χρόνων. Από τις πολυάριθμες νάνες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε την "Maxwelii", που φτάνει σε ύψος 1 μ. και έχει στρογγυλωπή «κόμη» και ανοιχτοπράσινα φύλλα, την "Nidiformis" με πλαγιόκλαδη εμφάνιση, ύψους 30-60 εκατ. και βαθυπράσινα φύλλα. Η «κόμη» της φτάνει σε διάμετρο 1 μ. και σχηματίζεται από οριζόντια κλαδιά, που με τον καιρό κάμπτονται προς τα κάτω, την "Ohlendorfii" ύψους 2 μ. με συμπαγή, κωνική εμφάνιση και βελονοειδή, κιτρινοπράσινα φύλλα, την Remontii", ύψους 2 μ. με ανοιχτά πράσινα φύλλα, την "Gregoryana" με αργή ανάπτυξη και ύψος που δεν ξεπερνάει τα 60 εκιατ., την "Pumila", με ύψος και διάμετρο 0.6-1 μ. και πυκνή, σφαιρική «κόμη», που σχηματίζεται από ακτινωτά κλαδιά, την "Clanbrassiliana" με πολύ αργή ανάπτυξη, ύψος και διάμετρο 1 μ. και πολύ διακλαδισμένη και πυκνή «κόμη». Έχει κωνικά, καστανέρυθρα «μάτια» και κυρτά, νηματοειδή φύλλα. Η ποικιλία αυτή, έπειτα από πολλά χρόνια, μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις δέντρου.
Άλλες ποικιλίες είναι η "Argentea", της οποίας το φύλλωμα έχει λευκές αποχρώσεις, η "Aaurea", που τα νεαρά κλαδιά της έχουν χρυσωπές αποχρώσεις, η "Mutabilised" που το φύλλωμά της παρουσιάζει χρυσωπές αποχρώσεις, η "Columnaris" με όρθια εμφάνιση και κοντά, κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά, η "Pyramidata" με όρθια κλαδιά, η "Inversa" με κλαδιά κρεμάμενα προς τα κάτω και τέλος η "Proumbeus" με συμπαγή οψη.
Πικέα του Brever (Picea breveriana). Κατάγεται από το Όρεγκον και φτάνει σε ύψος 20 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ. Έχει πολύ αργή ανάπτυξη, που επιταχύνεται κάπως μόνο μετά από καλλιέργεια. Παρουσιάζει μακριά κρεμάμενα κλαδιά, που οι άκρες τους ανασηκώνονται προς τα πάνω. Έχει πεπλατυσμένα και ελαφρώς κυρτά βαθυπράσινα φύλλα, με δύο λεπτές γραμμές στην κάτω επιφάνεια. Το δέντρο παράγει «αρσενικά» και «θηλυκά» λουλούδια. Τα πρώτα σχηματίζονται στις άκρες των κεντρικών κλαδιών, ενώ τα άλλα εμφανίζονται στα πιο ψηλά κλαδιά και μόνο όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 20-30 χρόνων. Οι κώνοι, μήκους 15 εκατ., απολήγουν σε οξύ άκρο και έχουν πράσινο χρώμα, που το φθινόπωρο γίνεται πορφυροκάστανο. Το είδος αυτό δεν είναι πολύ ανθεκτικό και καλλιεργείται συνήθως σε προφυλαγμένα μέρη.
Πικέα του Engelman (Picea engelmanii). Σπάνιο είδος, που κατάγεται από τις βορειοανατολικές περιοχές των Η.Π.Α. Συνήθως καλλιεργείται μόνον η ποικιλία "Blauca", που το φύλλωμά της έχει τεφρογάλανη απόχρωση. Πρόκειται για δέντρο γνωστό και σαν έλατο της Αριζόνας, που φτάνει σε ύψος 30 μ. και παρουσιάζει πορτοκαλόχρωμο φλοιό, με «λέπια». Η «κόμη» του έχει ατρακτοειδές σχήμα πλάτους 3-6 μ., με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά. Τα φύλλα του είναι βελονοειδή και παρουσιάζουν δύο τεφρογάλανες γραμμώσεις, ενώ οι κώνοι του έχουν μήκος περίπου 8 εκατ.
Πικέα η γλαυκή (Picea glauca). Είδος γνωστό και με την ονομασία Πικέα η λευκή (Picea alba). Πρόκειται για δέντρο αργής ανάπτυξης που κατάγεται από τον Καναδά και τις βορειοανατολικές περιοχές των Η.Π.Α., και φτάνει σε ύψος 20 μ. Έχει ατρακτοειδή «κόμη» πλάτους 3-5 μ., και μακριούς και χοντρούς βραχίονες, από τους οποίους σχηματίζονται λεπτότερα κλαδιά, που έχουν γλαυκό χρώμα και φέρουν τεφροπράσινα, βελονοειδή φύλλα. Παράγει κώνους μήκους 6 εκατ. με ανοιχτοκάστανο χρώμα. Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε την "Albertiana" με εξαιρετικά πυκνή «κόμη», την Albertiana conica" με επίσης πολύ πυκνή και συμπαγή «κόμη», που έχει τέλειο κωνικό σχήμα και φύλλα λεπτά, μαλακά, με ελαφρώς γαλαζωπό χρώμα. Η ποικιλία αυτή έχει μάλλον αργή ανάπτυξη και φτάνει σε ύψος 1-2 μ. και σε διάμετρο 80 εκατ. Η "Nana" είναι μια θυσανωτή ποικιλία, που φτάνει σε ύψος 1 μ. και πλάτος 80 εκατ. και έχει τεφρογάλανο φύλλωμα.
Πικέα η λικιανγένσειος (Picea likiangensis). Κατάγεται από τις νοτιοδυτικές περιοχές της Κίνας και φτάνει σε ύψος 30 μ. Έχει κωνική και πλαγιόκλαδη «κόμη» διαμέτρου 8-10 μ. Ο φλοιός έχει ανοιχτότεφρο χρώμα με επιφανειακές σχισμές, ενώ τα κλαδιά που βρίσκονται στο κάτω μέρος του δέντρου είναι εύρωστα και ελαφρώς γυριστά προς τα πάνω. Έχει κοντά, λεπτά και πεπλατυσμένα γλαυκοπράσινα φύλλα με λευκές γραμμές, πιο λεπτές στην επάνω επιφάνεια. Παράγει άφθονα «αρσενικά» και «θηλυκά» λουλούδια, που ανοίγουν κατά τον Μάιο. Από τα «θηλυκά» λουλούδια σχηματίζονται οι κώνοι, που έχουν μήκος 10 περίπου εκατ. και αποτελούνται από κυματοειδή λέπια. Στο είδος αυτό ανήκει η ποικιλία "Purpurea" με βαθυπράσινα φύλλα και κλαδιά κάθετα προς την κορυφή, αλλά με λιγότερα λουλούδια από το τυπικό είδος.
Πικέα η μαριάνα (Picea mariana). Είδος βραδείας ανάπτυξης, που κατάγεται από τον Καναδά και τις βορειοανατολικές περιοχές των Η.Π.Α. και φτάνει σε ύψος 20 μ. και σε διάμετρο 3-5 μ. Έχει κωνική – ατρακτοειδή «κόμη» και χνουδωτά κλαδιά και μικρά, γαλαζωπά φύλλα, που αναδίδουν ευχάριστο άρωμα μέντας. Παράγει άφθονους κώνους, μήκους 4 εκατ., που όταν ωριμάσουν τελείως παίρνουν ένα όμορφο πορφυροκάστανο χρώμα. Στο είδος αυτό ανήκει μια θυσανωτή ποικιλία, η "Nana", κατάλληλη για μικρούς κήπους. Έχει ύψος και πλάτος 30 και 60 εκατ. αντίστοιχα και λεπτά, γλαυκόχρωμα φύλλα. Τα κλαδιά της, σε ακτινοειδή διάταξη, σχηματίζουν έναν πυκνό στρογγυλωπό θύσανο.
Πικέα η ομορίκα (Picea omorika). Έχει ορθοφυή εμφάνιση και κατάγεται από τη Γιουγκοσλαβία. Είναι εξαιρετικά ανθεκτικό είδος στη μόλυνση της ατμόσφαιρας και ευδοκιμεί σε ασβεστώδη και τυρφώδη εδάφη. Φτάνει σε ύψος 25-30 μ. και σε διάμετρο 3-6 μ. Παρουσιάζει κοντά κλαδιά με ακανόνιστη διάταξη. Συγκεκριμένα, τα κλαδιά της κορυφής αναπτύσσονται προς τα πάνω, αυτά που βρίσκονται στο κέντρο είναι οριζόντια και επικλινή, ενώ εκείνα που βρίσκονται στο κάτω μέρος του δέντρου είναι μακρύτερα και έχουν τις άκρες τους γυριστές προς τα πάνω. Ο φλοιός στα πιο νέα δέντρα έχει πορτοκαλοκάστανο χρώμα και σκεπάζεται από λεπτά, μάλλον σκληρά «λέπια» Τα φύλλα, κυρτά και πεπλατυσμένα, έχουν λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και λευκές γραμμώσεις στην κάτω. Οι «αρσενικές» ταξιανθίες ξεχωρίζουν από τις «θηλυκές» γιατί είναι στρογγυλές και σχηματίζονται μόνο στα κλαδιά της βάσης. Οι «θηλυκές» εμφανίζονται αντίθετα στα πιο ψηλά κλαδιά, και έχουν ζωηρό κόκκινο χρώμα. Όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικά 5 τουλάχιστον χρόνων παράγει ατρακτοειδείς κώνους, μήκους 5 εκατ., σε βαθύ πορφυρό χρώμα. Στο είδος αυτό ανήκει η ποικιλία "Nana", που δεν ξεπερνάει το ύψος των 2 μ., καθώς και ορισμένες άλλες ποικιλίες που, αντίθετα, είναι υψηλότερες από το τυπικό είδος.
Πικέα η ανατολική (Picea orientalis). Το είδος αυτό κατάγεται από τον Καύκασο και τη Μικρά Ασία. Κατά τα 15 πρώτα χρόνια της ζωής του έχει αργή ανάπτυξη, ενώ κατόπιν αναπτύσσεται πιο γρήγορα. Φτάνει και σε ύψος 60 μ. και σε διάμετρο 6-8 μ. Ο φλοιός του, αρχικά, έχει τεφρό χρώμα και μικρές κηλίδες, ενώ αργότερα αποκτά ροδοκάστανη απόχρωση και παρουσιάζει βαθιές ρωγμές και κυκλικές πλάκες. Έχει πολύ πυκνά βαθυπράσινα φύλλα. Οι «αρσενικές» ταξιανθίες έχουν ζωηρό κόκκινο χρώμα, ενώ οι κώνοι του, μήκους 8 περίπου εκατ., καταλήγουν σε μυτερό άκρο και παράγονται με αφθονία όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 20 χρόνων. Τα δέντρα αυτά ζουν πολλά χρόνια μόνο όταν καλλιεργούνται σε εδάφη υγρά και βαθιά.
Πικέα η νύσσουσα (Picea pungens). Κατάγεται από τις δυτικές περιοχές των Η.Π.Α. και φτάνει σε ύψος 20-25 μ. Έχει κωνική «κόμη» με οριζόντιες διακλαδώσεις και ο καρπός του περιβάλλεται από ένα τεφροκάστανο φλοιό. Τα φύλλα του, βελονοειδή και αραιά, είναι μυτερά και έχουν γλαυκοπράσινο χρώμα. Περισσότερο από το τυπικό είδος καλλιεργούνται οι διάφορες ποικιλίες του. Πρόκειται για δέντρα ύψους 8-15 μ., με κωνική – ατρακτοειδή «κόμη», που φτάνει σε διάμετρο 3-6 μ. Τα φύλλα τους, σε ακτινοειδή διάταξη, είναι σκληρά και ακιδωτά, έχουν γκριζογάλανο χρώμα, πιο ανοιχτό στις άκρες και πιο σκούρο στο εσωτερικό των κλαδιών. Οι κώνοι, μήκους 10 εκατ., σχηματίζονται από δερματώδη, στενόμακρα και αιχμηρά «λέπια», που έχουν οδοντωτές παρυφές και όταν ωριμάσουν παίρνουν ανοιχτοκάστανο χρώμα. Η παραγωγή των κώνων αρχίζει όταν τα δέντρα φτάσουν σε ηλικία 20 χρόνων. Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε τη "Glauca" με τεφρογάλανο φύλλωμα, τη "Glauca Koster's", την "Kosteri" και την "Kosteriana", που είναι από τα πιο ωραία κωνοφόρα, με γαλαζωπό φύλλωμα και πυραμιδοειδή «κόμη». Φτάνουν σε ύψος 10 μ. και είναι εξαιρετικά διακοσμητικά δέντρα, που μπορούν να φυτευτούν και μεμονωμένα.
Πικέα η στιτχένσειος (Picea stitchensis). Κατάγεται από τις δυτικές περιοχές των Η.Π.Α. και μπορεί να ξεπεράσει το ύψος των 50 μ. Έχει κωνική «κόμη» πλάτους 4-8 μ., με μακριές οριζόντιες διακλαδώσεις στη βάση. Το δέντρο αυτό προσαρμόζεται ακόμα και σε φτωχά, όξινα εδάφη, καθώς και σε περιοχές εκτεθειμένες στους ανέμους, όπου μπορεί να καλλιεργηθεί και μεμονωμένα. Τα κλαδιά του καλύπτονται από ένα λείο, λευκό ή υπόλευκο φλοιό, και φέρουν πεπλατυσμένα φύλλα, βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια και ανοιχτογάλαζα στην κάτω, που αναδίδουν, όταν τριφτούν, ένα έντονο άρωμα. Τα λουλούδια του διακρίνονται σε «αρσενικά» και «θηλυκά». Τα πρώτα, που σχηματίζονται στα χαμηλότερα κλαδιά του δέντρου, είναι σφαιρικά και παράγουν προς το τέλος της άνοιξης άφθονη γύρη. Τα «θηλυκά» λουλούδια είναι κόκκινα και σχηματίζονται στο επάνω μέρος της «κόμης». Οι κώνοι, μήκους 8 εκατ., έχουν άσπρο χρώμα και αποτελούνται από τραχιά λέπια με οδοντωτές παρυφές.
Πικέα του Smith (Picea smithiana). Κατάγεται από την κεντρική Ασία και φτάνει σε ύψος 80 περίπου μ. και σε διάμετρο 6-10 μ. Τα πιο νεαρά δέντρα παρουσιάζουν κωνική – ατρακτοειδή «κόμη», ενώ τα πιο ενήλικα έχουν μακριές, οριζόντιες διακλαδώσεις, με κοντά κρεμάμενα κλαδιά, που σχηματίζουν κροσσωτά παραπετάσματα. Τα φύλλα του, λεπτά και μυτερά, έχουν ρομβοειδή τομή και λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα, με λευκές γραμμές. Όταν τα δέντρα ενηλικωθούν παράγουν μυτερούς κώνους μήκους 15 εκατ., που σχηματίζονται στα υψηλότερα κλαδιά της «κόμης». Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά κατάλληλο για μεγάλους κήπους και πάρκα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Φυτεύονται το Νοέμβριο ή τον Φεβρουάριο – Μάρτιο, ιδιαίτερα αν το έδαφος είναι βαρύ, σε θέσεις προσήλιες ή ημισκιαζόμενες. Είναι καλύτερα να χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ύψους 60-90 εκατ., γιατί τα μεγαλύτερα είναι πιο ευαίσθητα στη μεταφύτευση.
Χρειάζονται έδαφος βαθύ και υγρό, κατά προτίμηση όξινο. Στα αλκαλικά εδάφη καλό θα είναι να φυτεύονται μόνον τα κατάλληλα είδη. Όταν η μεταφύτευση γίνεται την άνοιξη τα δενδρύλλια πρέπει να ποτίζονται με άφθονο νερό, μέχρι να ριζώσουν.
Πολλαπλασιαμός
Όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρους. Η σπορά γίνεται τον Μάρτιο, σε ψυχρό κασόνι και σε μείγμα κατάλληλο για σπόρους. Το φύτρωμα διευκολύνεται αν πριν από τη σπορά βάλετε τους σπόρους να μουσκέψουν μέσα σε νερό.
Τα δενδρύλλια μεταφυτεύονται σε φυτώριο την επόμενη άνοιξη και καλλιεργούνται σε γραμμές για 2-3 χρόνια. Στη συνέχεια μπορούν να μεταφυτευτούν στο ύπαιθρο.
Κλάδεμα
Κανένα από τα δέντρα αυτά δεν χρειάζεται κανονικό κλάδεμα: μόνο στην περίπτωση που διχάζεται η κορυφή είναι ανάγκη να εξαιρεθεί ένας από τους δύο βλαστούς και να διατηρηθεί ο πιο εύρωστος.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η πικέα προσβάλλεται από το εριόσωμα (βαμβακάδα), τις αφίδες και τον ερυθρό τετράνυχο. Το πρώτο προκαλεί την εμφάνιση απιοειδών κηκίδων πάνω στα κλαδιά, οι οποίες περιέχουν έντομα στο νεανικό τους στάδιο. Επίσης προσβάλλουν τους βλαστούς και τα φύλλα, απ' όπου απομυζούν το χυμό, προκαλώντας έτσι την αναχαίτιση της ανάπτυξης του δέντρου. Η καταπολέμησή τους γίνεται συνήθως με την αφαίρεση και καταστροφή όλων των κηκίδων. Επίσης, για τα μικρά δενδρύλλια που καλλιεργούνται στο φυτώριο, μπορούν να γίνουν ψεκασμοί κατά την άνοιξη, με ειδικά εντομοκτόνα φάρμακα.
Οι αφίδες προσβάλλουν τα φύλλα και προκαλούν την εξασθένιση του δέντρου. Για την απολύμανση των δέντρων μπορούν να γίνουν ψεκασμοί με νικοτίνη ή Μαλαθείο.
Ο ερυθρός τετράνυχος προσβάλλει κυρίως το είδος Πικέα η γλαυκή, ποικιλία "Albertiana conica" και προκαλεί ταχύτατα το κιτρίνισμα των φύλλων και πολλές φορές αποξήρανση του δέντρου. Η καταπολέμηση γίνεται με ειδικά ακαρεοκτόνα φυτοφάρμακα.
Τέλος, όλα τα είδη της πικέας μπορούν να προσβληθούν από σκωρίαση, που εκδηλώνεται με την εμφάνιση χρυσοκίτρινων φλυκαινών πάνω στα φύλλα, τα οποία μπορούν να πέσουν κατά την άνοιξη. Η ασθένεια αυτή προκαλείται από έναν μύκητα, ο οποίος μπορεί να καταπολεμηθεί με την καταστροφή των ενδιάμεσων ξενιστών του, με τη χρησιμοποίηση ανθεκτικών ποικιλιών, καθώς και με ψεκασμούς με ειδικά μυκητοκτόνα φυτοφάρμακα. Ειδικότερα για τη σκωρίαση της ελάτης, ενδιάμεσος ξενιστής είναι ένα μύρτιλλο, το Βακκίνιον η ιδαία άμπελος (Vaccinium vitis idaea).