• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

RODAKINIAΡοδακινιά
Προύνος ή Προύμνη η περσική (Prunus persica)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaceae)
Η ροδακινιά είναι οπωροφόρο, φυλλοβόλο δέντρο και κατάγεται από την Κίνα, όπου θεωρείτο σύμβολο της αθανασίας. Πρόκειται για μικρό δέντρο, ύψους 4-8 μ., με στρογγυλωπή «κόμη», που στα μεγάλα δέντρα φτάνει σε πλάτος 6 μ. Τα γέρικα κλαδιά παίρνουν μια γκρίζα απόχρωση. Τα φύλλα είναι λογχοειδή και έχουν τεφροπράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια. Τα άνθη, μονήρη ή ενωμένα σε ομάδες ανά 2-3, έχουν ρόδινο χρώμα και ανοίγουν κατά τον Μάρτιο. Ο καρπός είναι μια στρογγυλωπή δρύπη, βάρους 150 περίπου γραμ., που περιβάλλεται από χνουδωτό φλοιό και περιέχει ένα μεγάλο κουκούτσι (πυρήνα). Το χρώμα και η εμφάνιση του φλοιού και της σάρκας του ροδάκινου εξαρτώνται από την ποικιλία.
Η ροδακινιά ευδοκιμεί σε εύκρατα και ήπια κλίματα και χρειάζεται υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι, για να μπορέσει να ωριμάσει τελείως τους καρπούς της, αλλά και αρκετά χαμηλές κατά τη διάρκεια του χειμώνα, για να έχει μια καλή καρποφορία. Ωστόσο, αν η ελάχιστη χειμερινή θερμοκρασία πέσει κάτω από τους – 16ο C, προκαλεί την καταστροφή των ανθοφόρων «ματιών». Επίσης εξαιρετικά επικίνδυνοι είναι και οι όψιμοι παγετοί της άνοιξης, γιατί η ροδακινιά ανθίζει κατά τον Μάρτιο και οι απότομες πτώσεις της θερμοκρασίας στους – 7ο C ή – 8ο C προκαλούν ζημιές στα όργανα του άνθους και επιφέρουν την πτώση τους.
Στην Ελλάδα η ροδακινιά μπορεί να καλλιεργηθεί στις βόρειες αλλά και στις νότιες περιοχές, όταν γίνει εκλογή ποικιλιών που δεν χρειάζονται πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Επίσης, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν πρώιμες ποικιλίες, για να μην προσβληθούν τα ροδάκινα από μύγα της Μεσογείου (ceratitis capitata).
Ποικιλίες
Οι ποικιλίες της ροδακινιάς ταξινομούνται με κριτήριο την εποχή της ωρίμανσης, καθώς και τα χαρακτηριστικά των καρπών τους. Οι πιο πρώιμες ποικιλίες ωριμάζουν γύρω στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου, ενώ οι πιο όψιμες στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου. Με βάση τα χαρακτηριστικά των καρπών, οι ποικιλίες μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις ομάδες: ροδάκινα κιτρινόσαρκα, λευκόσαρκα, νεκταρίνια και συμπύρηνα. Τα κοινά κιτρινόσαρκα και λευκόσαρκα ροδάκινα, καθώς και τα συμπύρηνα, προέρχονται από το υποείδος Προύνος ή Προύμνη η περσική, η κοινή (Prunus persica, vulgaris). Τα νεκταρίνια προέρχονται από το υποείδος Προύνος ή Προύμνη η περσική ή λευκόκαρπος (Prunus persica, laevis).
Κιτρινόσαρκα ροδάκινα. Οι κιτρινόσαρκες ποικιλίες είναι, συνήθως, πιο παραγωγικές από τις λευκόσαρκες. Οι καρποί τους έχουν πιο συμπαγή σάρκα, που αποσπάται ευκολότερα από τον πυρήνα. Διατηρούνται καλύτερα και αντέχουν περισσότερο στις μεταφορές. Γι' αυτούς τους λόγους η καλλιέργεια των κιτρινόσαρκων ποικιλιών διαδίδεται ολοένα και περισσότερο, με αποτέλεσμα να τείνει να αντικαταστήσει τις λευκόσαρκες. Από τις πολυάριθμες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Redhaven", την "Amsden", την "Cardinal" (που προσβάλλεται από εξέλκωση των κλαδιών), την "Marigold", την "Coronet", την "J.H. Hale", την "Vesuvio" και την "Dixired".
Λευκόσαρκα ροδάκινα. Τα λευκόσαρκα ροδάκινα είναι συχνά πιο εύγευστα και αρωματικά από τα κιτρινόσαρκα αλλά και πιο ευαίσθητα απ' αυτά. Από τις καλύτερες λευκόσαρκες ποικιλίες αναφέρουμε την "Springtime", πολύ πρώιμη, κατάλληλη για τις κεντρικές και νότιες περιοχές, την «Άνθους του Μαΐου» ("Flor di Maggio"), την «Πρώιμη του Μορεττίνι» ("Recoce Morettini") την «"S. Anna Balduchi" και τέλος την "Pieri 81".
Νεκταρίνια. Λέγονται και μηλοροδάκινα. Οι ποικιλίες αυτές εισήχθησαν από τις Η.ΠΑ. εδώ και 30 περίπου χρόνια και από τότε η καλλιέργειά τους επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι οι καρποί τους έχουν εντελώς λεία φλούδα και όχι χνουδωτή, όπως στα κοινά ροδάκινα.
Τα νεκταρίνια χρειάζονται υψηλές καλοκαιρινές θερμοκρασίες και σχετικά ψυχρούς χειμώνες, γι' αυτό και είναι κατάλληλα κυρίως για τις κεντρικές και νότιες περιοχές, υπάρχουν όμως και ποικιλίες κατάλληλες για τις βόρειες. Οι περισσότερες ποικιλίες είναι κιτρινόσαρκες. Αναφέρουμε την "Mary grand" και τη "Red June". Υπάρχουν όμως και ποικιλίες με λευκή σάρκα όπως η "Morton" και η "Silver Lode".
Συμπύρηνα ροδάκινα. Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται ποικιλίες κατάλληλες για βιομηχανοποίηση και παραγωγή κονσερβών. Οι καρποί έχουν στερεή σάρκα με ζωηρό κίτρινο χρώμα και μικρό πυρήνα, που δεν αποσπάται εύκολα. Ανάμεσα στις πιο γνωστές ποικιλίες περιλαμβάνονται η "Loadel" (κατάλληλη για τις βόρειες περιοχές) και η "Halford" (κατάλληλη για τις νότιες).
Οι περισσότερες ποικιλίες ροδακινιάς είναι αυτογόνιμες, εκτός από την "Hale" που είναι αυτόστειρη. Γι' αυτό, αν θέλετε να καλλιεργήσετε ροδακινιές αυτής της ποικιλίας, πρέπεινα φυτέψετε και δέντρα μιας άλλης ποικιλίας, ικανής για επικονίαση. Καλή επικονιάστρια ποικιλία είναι η "S. Anna Balducci".
Τεχνική της καλλιέργειας
Η ροδακινιά ευδοκιμεί σε βαθιά, καλά αεριζόμενα και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Πάντως οι απαιτήσεις του δέντρου ως προς το έδαφος εξαρτώνται από το υποκείμενο. Τα δέντρα που εμβολιάζονται πάνω σε σπορόφυτα ροδακινιάς είναι πολύ εύρωστα, αλλά δεν αντέχουν καθόλου στα ασβεστώδη εδάφη ούτε και τα νερά, που εύκολα λιμνάζουν στα βαριά, αργιλώδη εδάφη. Επίσης οι ποικιλίες που είναι εμβολιασμένες επάνω σε σπορόφυτα ροδακινιάς δεν πρέπει να φυτεύονται σε εδάφη όπου είχε προηγηθεί η ίδια καλλιέργεια, γιατί, σύμφωνα με ένα φαινόμενο που είναι γνωστό σαν «κόπωση του εδάφους», τα νέα δέντρα αναπτύσσονται με δυσκολία. Στα ασβεστώδη και ξερά εδάφη πρέπει να φυτεύονται ροδακινιές εμβολιασμένες πάνω σε αμυγδαλιές. Υπάρχουν επίσης πολλά υποκείμενα που έχουν δημιουργηθεί από δεντροκομικούς σταθμούς (τα πιο γνωστά είναι αυτά που δημιουργήθηκαν στη Γαλλία από το Δεντροκομικό Σταθμό της Grande Ferrade και φέρουν τα αρχικά GF). Τα υποκείμενα αυτά επιτρέπουν την προσαρμογή της ροδακινιάς σε διάφορες κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες. Η φύτευση στην οριστική θέση γίνεται το φθινόπωρο ή στο τέλος του χειμώνα, σε εδάφη εμπλουτισμένα με άφθονη κοπριά και οργανικά λιπάσματα, κυρίως καλιούχα. Τα δέντρα πρέπει να φυτεύονται σε αποστάσεις 6-7 μ. όταν διαμορφώνονται σε ογκώδη σχήματα (κύπελλο, ελεύθερο σχήμα) ή σε μικρότερες όταν διαμορφώνονται σε πεπλατυσμένα σχήματα (παλμέττα). Είναι απαραίτητη η παροχή λιπάσματος κάθε χρόνο, καθώς και άφθονα ποτίσματα όταν το έδαφος είναι πολύ στεγνό. Η συγκομιδή γίνεται όταν ωριμάσουν τελείως τα ροδάκινα, γιατί η διεργασία της ωρίμανσης δεν συνεχίζεται στα φρούτα που κόπηκαν από το δέντρο. Οι καρποί μαζεύονται με τα χέρια, κατά πορίμηση το πρωί, πριν η θερμοκρασία της ημέρας ελαττώσει τη σπαργή τους. Σε θερμοκρασία 2-4ο C τα ροδάκινα μπορούν να διατηρηθούν για ένα περίπου μήνα.
Πολλαπλασιασμός
Η σπορά χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για την παραγωγή υποκείμενων (σπορόφυτων) που μπορούν να εμβολιαστούν τη χρονιά που θα φυτρώσουν. Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με ενοφθαλμισμό, με «κομμένο μάτι», κατά τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο. Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται τα σπορόφυτα ροδακινιάς, η αμυγδαλιά και τα υποκείμενα GF, καθώς και μερικές ποικιλίες δαμασκηνιάς (όπως η "S. Guiliano" και η «Δαμασκηνιά της Τουλούζης») που προσδίδουν ευρωστία στη ροδακινιά και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε διάφορες κληματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμόρφωσης. Στην εντατική καλλιέργεια της ροδακινιάς τα πιο διαδομένα σχήματα διαμόρφωσης είναι το κύπελλο και η παλμέττα. Εκτός από τα σχήματα αυτά, που άλλωστε απαιτούν και μεγάλη πείρα στο κλάδεμα, οι ροδακινιές μπορούν να διαμορφωθούν και σε ελεύθερο σχήμα. Πάντως, είναι απαραίτητα τα συχνά κλαδέματα, με σκοπό την ενίσχυσση της πυκνότητας της «κόμης», η οποία έχει την τάση να μετατοπίζεται προς την περιφέρεια.
Τα δέντρα που διαμορφώνονται σε κύπελλο σχηματίζονται από έναν κορμό, από τον οποίο αναπτύσσονται σε ύψος 60-80 εκατ. 3 κύριοι βραχίονες, περίπου στο ίδιο επίπεδο, με κλίση 45 μοίρες σε σχέση με τον κορμό, και σε ίση απόσταση ο ένας από τον άλλον.
Στο σχήμα της παλμέττας η «κόμη» της ροδακινιάς διαμορφώνεται έτσι ώστε να αναπτυχθεί κυρίως σε ένα κάθετο επίπεδο και να πάρει πεπλατυσμένη μορφή. Αυτό το σχήμα διαμόρφωσης απαιτεί ακόμα μεγαλύτερη δεξιοτεχνία από το προηγούμενο.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η ροδακινιά είναι το οπωροφόρο δέντρο που χρειάζεται τα περισσότερα κλαδέματα. Το μεγαλύτερο μέρος των καρπών παράγεται στα μεικτά κλαδιά ενός χρόνου, αλλά και, σε μικρότερο βέβαια βαθμό, πάνω στα λεπτοκλάδια, στους ταχυφυείς και στα ανθοφόρα κεντριά (τις λεγόμενες «ανθοδέσμες του Μαΐου).
Το δέντρο, λοιπόν, ανανεώνει κάθε χρόνο τα καρποφόρα κλαδιά του, γι' αυτό πρέπει να κλαδεύεται τακτικά, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Το κλάδεμα πρέπει να είναι «αυστηρό», γιατί η ροδακινιά έχει την τάση της υπερβολικής καρποφορίας. Κλαδεύοντας, λοιπόν, «αυστηρά» μειώνετε και τον αριθμό των μικρών καρπών, που διαφορετικά θα χρειαζόταν να τους αραιώσετε. Κατά μέσον όρο, σ' ένα συνηθισμένο δέντρο ροδακινιάς, αφαιρούνται με το κλάδεμα τα 50-70% των κλαδιών.
Το κλάδεμα είναι καλύτερα να γίνεται προς το τέλος της χειμερινής ανάπαυσης των δέντρων. Πρέπει να αποφεύγετε το κλάδεμα αμέσως μετά από την πτώση των φύλλων, γιατί την περίοδο αυτή το δέντρο έχει την τάση ν' αντιδρά με την έκκριση γόμας και τη δημιουργία ρωγμών στα σημεία των τομών.
Επίσης, δεν συνιστάται το κλάδεμα μετά την αφύπνιση της βλάστησης, γιατί υπάρχει κίνδυνος εξασθένισης του δέντρου. Εξάλλου, κλαδεύοντάς το προς το τέλος του χειμώνα, μετά τους παγετούς, είναι ευκαιρία να απαλλαγεί από τα καταστραμμένα κλαδιά. Με το κλάδεμα πρέπει ν' αραιώνονται και τα μεικτά κλαδιά (από τη βάση τους) που αναπτύχθηκαν κατά την προηγούμενη άνοιξη – καλοκαίρι και πρόκειται να καρποφορήσουν κατά την ερχόμενη περίοδο. Επίσης, πρέπει να αφαιρούνται όλα τα κλαδιά που καρποφόρησαν την προηγούμενη περίοδο, εκτός από εκείνα που προορίζονται να φέρουν τα μελλοντικά καρποφόρα κλαδιά. Τέλος, δεν πρέπει να πειράζονται καθόλου οι «ανθοδέσμες του Μαΐου».
Η ροδακινιά χρειάζεται επίσης και μερικές επεμβάσεις χλωρού κλαδέματος: αραίωμα των μικρών καρπών, που πρέπει να γίνεται όταν αυτοί αποκτήσουν μέγεθος καρυδιού, καθώς και αφαίρεση των μεικτών κλαδιών ενός χρόνου, που δεν έβγαλαν καρπούς. Αυτή η εργασία γίνεται ταυτόχρονα με το αραίωμα.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η αλευρώδης αφίδα (μελίγκρα) της ροδακινιάς και της δαμασκηνιάς (Hyalopterus pruni) σχηματίζει κηρώδεις και υπόλευκες μάζες πάνω στους βλαστούς και την κάτω επιφάνεια των φύλλων. Σε περίπτωση προσβολής, τα φύλλα ξεραίνονται και οι καρποί παύουν να αναπτύσσονται. Η πράσινη αφίδα της ροδακινιάς (Myzus persicae) εμφανίζεται με τη μορφή αποικιών στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, που τα τρυπάει για ν' απορροφήσει το χυμό τους. Τα προσβλημένα φύλλα κατσαρώνουν και συστρέφονται. Οι αφίδες καταπολεμούνται με ψεκασμό των δέντρων με θερινό πολτό, που καταστρέφει και τα αυγά τους. Ο ψεκασμός αυτός πρέπει να γίνεται λίγο πριν ανοίξουν τα λουλούδια. Σε περίπτωση σοβαρής προσβολής, η καταπολέμηση μπορεί να γίνει και κατόπιν, με εντομοκτόνα, όπως το Μαλαθείο ή το Ρογκόρ. Τα κοκκοειδή (ψώρες) όπως η ψώρα του Σαν Ζοζέ, σχηματίζουν τεφρές – υπόλευκες κρούστες πάνω στα κλαδιά και τον κορμό. Οι κρούστες αποτελούνται από τα ασπίδια, με τα οποία καλύπτουν τα μικρότατα αυτά έντομα, που απομυζούν το χυμο του δέντρου. Τα προσβλημένα μέρη εξασθενούν και, σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να ξεραθεί ολόκληρο το δέντρο. Πάντως, εκτός από την εξασθένιση του δέντρου μειώνεται και η καρποφορία. Σε περίπτωση εκτεταμένης προσβολής, οι καρποί εμφανίζουν κόκκινες κηλίδες, που περιβάλλουν τα ασπίδια των κοκκοειδών. Στη διάρκεια του χειμώνα οι κορμοί και τα κλαδιά που έχουν κρούστες από κοκκοειδή πρέπει να βουρτσίζονται και στη συνέχεια γίνονται ψεκασμοί με χειμερινό (κίτρινο) πολτό. Όταν χρειαστεί να γίνουν ψεκασμοί κατά τη διάρκεια της βλάστησης του δέντρου, χρησιμοποιούνται φωσφορικοί εστέρες, οι οποίοι όμως είναι εξαιρετικά δηλητηριώδεις.
Οι προνύμφες (κάμπιες) της μικρής πεταλούδας της ροδακινιάς (Cydia molesta) αρχικά τρυπούν τους βλαστούς, οι οποίοι κάμπτονται και ξεραίνονται. Κατόπιν εισχωρούν μέσα στους καρπούς και τρώνε τη σάρκα, καθώς και τον πυρήνα (κουκούτσι). Αν η προσβολή δεν έχει μεγάλη έκταση, αρκεί να κόβονται τα προσβλημένα μέρη του δέντρου πριν βγουν οι κάμπιες και να καταστρέφονται αμέσως. Στις άλλες περιπτώσεις πρέπει να ψεκάζεται το δέντρο με τα κατάλληλα εντομοκτόνα φάρμακα.
Η παραμορφωτική υπερτροφία των φύλλων (εξώασκος) προκαλείται από ένα μύκητα (Taphrina deformans) και είναι η πιο διαδομένη ασθένεια της ροδακινιάς. Προσβάλλει κυρίως τα φύλλα, τα οποία αποχρωματίζονται, γίνονται κοκκινωπά, φουσκαλιάζουν, καρουλιάζουν και κατόπιν ξεραίνονται, για να πέσουν τελικά. Το δέντρο εξασθενίζει και μειώνεται η παραγωγικότητά του. Η καταπολέμηση γίνεται με μυκητοκτόνα, όπως το Ζιράμ και με τρεις ψεκασμούς: κατά την πτώση των φύλλων το φθινόπωρο, στη διάρκεια του χειμώνα και λίγο πριν από την ανθοφορία.
Το κορύνεο (τρύπημα των φύλλων σαν απο σκάγια) προκαλείται από ένα μύκητα (Coryneum beizerinckii) που προσβάλλει όλα τα πυρηνόκαρπα (βερυκοκιά, δαμασκηνιά, αμυγδαλιά, κερασιά και ροδακινιά). Πάνω στα προσβλημένα κλαδιά εμφανίζονται γκρίζες κηλίδες, που πλαισιώνονται από κόκκινους κύκλους (απ' όπου αργότερα εκκρίνεται κόμμι) και μπορούν να εξελιχθούν σε εξελκώσεις. Πάνω στα φύλλα εμφανίζονται στρογγυλές ιώδεις κηλίδες. Τα μέρη που έχουν προσβληθεί ξεραίνονται και πέφτουν και στη θέση τους μένουν μικρές τρύπες. Το φύλλο έτσι παρουσιάζεται σαν να έχει τρυπηθεί από σκάγια. Η ασθένεια αυτή μπορεί να προσβάλλει και τους καρπούς, οι οποίοι πέφτουν πριν ωριμάσουν. Η καταπολέμηση γίνεται με 2-3 ψεκασμούς με Ζιράμ ή Θιράμ, αμέσως μετά την πτώση των φύλλων και προς το τέλος του χειμώνα, όταν η θερμοκρασία αρχίζει να ανέρχεται. Στις περιπτώσεις βαριάς προσβολής γίνεται και τρίτος ψεκασμός, λίγο πριν από την έναρξη της βλαστητικής περιόδου.
Το ωίδιο προκαλείται επίσης από έναν μύκητα (Sphaerothaeca pannosa). Η ασθένεια εκδηλώνεται με την εμφάνιση υπόλευκων κηλίδων υπό μορφή σκόνης, που αργότερα σκουραίνουν πάνω στους βλαστούς, τα φύλλα και τους καρπούς. Η καταπολέμηση γίνεται με ψεκασμούς με θειούχα φυτοφάρμακα ή με Καραθέιν.
Εκτός από τον μύκητα Moniliafructigena, που προκαλεί τη «σήψη κατά κύκλους» - ασθένεια που προσβάλλει γενικά όλα τα οπωροφόρα – η ροδακινιά μπορεί να προσβληθεί και από τη Monilia laxa. Οι βλαστοί, τα φύλλα, τα μπουμπούκια και τα άνθη που προσβάλλονται από τον μύκητα αυτό εμφανίζουν μούχλα. Οι καρποί σαπίζουν, μουμιοποιούνται και μένουν προσκολλημένοι στο δέντρο. Αυτή η ασθένεια, που προσβάλλει και τη δαμασκηνιά, καταπολεμάται πρώτα απ' όλα με την αφαίρεση και καταστροφή όλων των προσβλημένων τμημάτων (βλαστών, λουλουδιών, μούμιες καρπών). Για τη χημική καταπολέμηση χρησιμοποιούνται μη χαλκούχα μυκητοκτόνα φάρμακα (Κάπταν, Ζιράμ, Θιράμ). Πρέπει ν' αποφεύγονται τα χαλκούχα, όπως και ο βορδιγάλειος πολτός, γιατί είναι τοξικά για τη ροδακινιά.