• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

SMEOUROΣμεουριά
Βάτος η ιδαία ή Ρούβος ο ιδαίος (Rubus idaeus)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaceae)
Κοινά ονόματα: σμέουρδο, σμέουρο, νάουρο, φραμπουάζ, λαμπόνε
Η σμεουριά είναι ένας μικρός θάμνος, που απαντά αυτοφυής σε όλες τις ορεινές περιοχές της Ευρώπης. Καλλιεργείται για τους καρπούς της, τα σμέουρα, που τρώγονται ωμά ή χρησιμοποιούνται στην παρασκευή μαρμελάδων, σιροπιών ή ηδύποτων. Είναι φυλλοβόλος θυσανωτός θάμνος, που μοιάζει με τη βατομουριά και αποτελείται από ένα ξυλώδες ρίζωμα, το οποίο κάθε χρόνο παράγει νέα στελέχη, όρθια ή τοξοειδή και αγκαθωτά (παραφυάδες) ύψους 1.5-2 μ. Οι παραφυάδες αυτές ζουν 2 χρόνια και κατόπιν ξεραίνονται. Τα φύλλα είναι σύνθετα και αποτελούνται από 3-7 ωοειδή φυλλάρια, με πριονωτές παρυφές και ανοιχτοπράσινο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και γκριζωπό στην κάτω. Τα λουλούδια, ροζ ή λευκά, φέρονται από βλαστούς που αναπτύσσονται πάνω σε παραφυάδες, ηλικίας ενός χρόνου. Οι καρποί είναι μαύροι και συνήθως έχουν κόκκινο και μερικές φορές κίτρινο ή μαύρο χρώμα.
Ποικιλίες
Η ταξινόμηση των ποικιλιών γίνεται με βάση την ικανότητα των φυτών να παράγουν καρπούς μια φορά το χρόνο (ποικιλίες μονόφορες) ή δύο φορές (ποικιλίες δίφορες).
Οι μονόφορες ποικιλίες ανθίζουν τον Απρίλιο και καρποφορούν τον Ιούνιο, πάνω σε βλαστούς που παράγονται από παραφυάδες ηλικίας ενός χρόνου. Οι δίφορες ποικιλίες ανθίζουν τον Απρίλιο και έπειτα, για δεύτερη φορά, το καλοκαίρι. Οι καρποί, τα σμέουρα, εμφανίζονται τον Ιούνιο πάνω σε βλαστούς, που βγαίνουν από παραφυάδες ηλικίας ενός χρόνου, και μετά για δεύτερη φορά το Σεπτέμβριο πάνω σε κλαδιά, που σχηματίστηκαν την άνοιξη του ίδιου χρόνου. Από τις διάφορες ποικιλίες αναφέρουμε τις εξής: «Το θαύμα των 4 εποχών» ("Meraviglia delle quattro stagiani"), "September", "Zeva" και "Romy". Από τις μονόφορες αναφέρουμε τη "Malling Promise", τη "Malling Exploit" και τη "Schoenemann".
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι σμεουριές καλλιεργούνται εύκολα. Είναι ιδιαίτερα ανθεκτικές στους παγετούς και ευδοκιμούν σε όλα τα εδάφη, αν και προτιμούν το γόνιμο, βαθύ, ελαφρό και νωπό χώμα, με καλή αποστράγγιση. Δεν ευδοκιμούν σε στεγνά, αλκαλικά εδάφη.
Τα νεαρά φυτά φυτεύονται στην οριστική τους θέση το Νοέμβριο. Φυτεύονται ανά δύο σε σειρές και σε απόσταση 1.2-1.5 μ. το ένα από το άλλο. Πριν από τη φύτευση το έδαφος πρέπει να εμπλουτιστεί με καλά χωνεμένη κοπριά ή με άλλα οργανικά λιπάσματα και κάθε χρόνο, κατά την άνοιξη, προστίθενται και ανόργανα λιπάσματα. Οι σμεουριές προτιμούν τα σκιαζόμενα μέρη, αλλά ευδοκιμούν και στον ήλιο. Στην περίπτωση αυτή, όμως, πρέπει να ποτίζονται τακτικά το καλοκαίρι, επειδή δεν αντέχουν στην παρατεταμένη ξηρασία.
Οι σμεουριές βγάζουν πολύ μακριές παραφυάδες, γι' αυτό χρειάζονται υποστηρίγματα: οι βλαστοί δένονται σε κεντρικά υποστηρίγματα ή τοποθετούνται πάνω σε οριζόντια σύρματα, για να διευκολύνεται η ανάπτυξη των πλευρικών βλαστών. Η πιο σωστή μέθοδος είναι να χωρίζονται οι παραφυάδες σε δύο ομάδες και στη συνέχεια να δένονται αντίστοιχα δεξιά και αριστερά, σε δύο οριζόντια σύρματα, που τεντώνονται σε ύψος 0.30 μ. και 1 μ. Έτσι, οι νέες παραφυάδες οι οποίες θα βγουν την άνοιξη, αναπτύσσονται κάθετες, χωρίς να μπερδεύονται μ' εκείνες που έχουν ηλικία ενός χρόνου, που είναι ήδη δεμένες στα οριζόντια σύρματα. Επίσης, με τον τρόπο αυτό, διευκολύνεται το κλάδεμα.
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται κατά το Νοέμβριο. Από το μητρικό φυτό αποσπώνται εύρωστες παραφυάδες, που έχουν αναπτύξει αρκετές ρίζες, και μεταφυτεύονται αμέσως στην οριστική τους θέση (παραχώνονται μέχρι το ύψος του «λαιμού»). Στη συνέχεια κόβονται σε ύψος 30 εκατ. από το έδαφος, με μια τομή που γίνεται πάνω από ένα «μάτι». Ο πολλαπλασιασμός, όπως και η φύτευση, μορούν να γίνουν και την άνοιξη, κατά τον Μάρτιο. Στην περίπτωση αυτή καλό είναι να κόβονται οι καρποί κατά τον πρώτο χρόνο, αμέσως μόλις σχηματιστούν, για να μην αδυνατίσει το νεαρό φυτό. Τον πρώτο χρόνο η ανάπτυξη του φυτού είναι μικρή. Χρειάζεται περίπου 3 χρόνια μέχρι ν' αναπτυχθεί καλά.
Κλάδεμα
Αμέσως μετά το φύτεμα στην οριστική θέση, η σμεουριά πρέπει να κλαδεύεται σε ύψος 30 εκατ. από το έδαφος και λίγο πάνω από ένα «μάτι». Την επόμενη άνοιξη το φυτό θα βγάλει 2-3 νέες παραφυάδες, ενώ το παλιό στέλεχος ξεραίνεται. Κατά το φθινόπωρο πρέπει να κλαδευτούν οι νέες παραφυάδες, σε ύψος 25-30 εκατ. από το έδαφος, ενώ η αρχική παραφυάδα, ό,τι δηλαδή έχει απομείνει, κόβεται σύρριζα στο έδαφος.
Αυτά τα «αυστηρά» κλαδέματα έχουν σαν σκοπό την ενίσχυση του σχηματισμού ριζών από το ρίζωμα, που θα δυναμώσει έτσι ώστε την επόμενη άνοιξη (τη δεύτερη δηλαδή μετά τη φύτευση στην οριστική θέση) να μπορέσει ν' αναπτύξει πολλές και εύρωστες παραφυάδες, που θα παράγουν άφθονα λουλούδια και καρπούς.
Οι καρποί – τα σμέουρα – σχηματίζονται σε βλαστούς που βγαίνουν από παραφυάδες ηλικίας ενός χρόνου (είναι αυτές που δένονται οριζόντια, όπως περιγράψαμε πιο πάνω). Έχει εκτιμηθεί ότι για μια τακτική και καλής ποιότητας καρποφορία δεν πρέπει ν' αφήνονται πάνω από 8-10 παραφυάδες σε κάθε ρίζωμα. Κάθε χρόνο, μετά τη συλλογή των καρπών, πρέπει ν' αφαιρούνται όλες οι παραφυάδες που καρποφόρησαν, καθώς και μερικές απ' αυτές που αναπτύχθηκαν την άνοιξη, ώστε να μείνουν πάλι 8-10 από τις πιο εύρωστες και στη διάταξη που περιγράψαμε προηγουμένως. Στο θύσανο αφαιρούνται οι πιο περιφερειακές παραφυάδες.
Αντίθετα, στη σπαλιέρα δεν κλαδεύονται οι παραφυάδες που είναι κοντά στο ρίζωμα και οι οποίες μπορούν να λυγίζονται και να δένονται στα σύρματα ευκολότερα. Στις διάφορες ποικιλίες το κλάδεμα πρέπει να είναι πιο «αυστηρό» ώστε να υποβοηθηθεί η δεύτερη καρποφορία του Σεπτεμβρίου.
Οι παραφυάδες που αναπτύχθηκαν την άνοιξη και δεν κλαδεύτηκαν μπορούν να φτάσουν σε μήκος 2 μ. Γύρω στο Φεβρουάριο του επόμενου χρόνου οι παραφυάδες αυτές πρέπει να κλαδευτούν στο μισό του μήκους τους. Για να παραταθεί η περίοδος της συλλογής των σμέουρων, μερικές από τις παραφυάδες αυτές μπορούν να κλαδευτούν σε ύψος 80 εκατ. από το έδαφος και μερικές σε ύψος 30 εκατ. Οι πιο κοντές καρποφορούν με μια καθυστέρηση 3-4 εβδομάδων.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Οι ιώσεις εκδηλώνονται στο φυτό με κηλίδες πάνω στα φύλλα, με καθυστέρηση της ανάπτυξης και αραιή καρποφορία. Προλαμβάνονται με τη χρησιμοποίηση παραφυάδων, για τον πολλαπλασιασμό, από υγιή φυτά.
Η χλώρωση, δηλαδή το κιτρίνισμα των φύλλων, που αρχίζει μεταξύ των νευρώσεων και μπορεί να επεκταθεί σε ολόκληρο το έλασμα, προκαλείται από έλλειψη σιδήρου στο έδαφος ή από την παρουσία υπερβολικού ποσοστού ασβεστίου. Στην περίπτωση αυτή χορηγούνται άλατα σιδήρου, είτε από τη ρίζα είτε με ψεκασμό των φύλλων.
Οι αφίδες προσβάλλουν τα φύλλα και τους βλαστούς. Καταπολεμούνται με ψεκασμούς με φυτοφάρμακα, που έχουν σαν βάση τη νικοτίνη ή, στις πιο σοβαρές προσβολές, με Μαλαθείο.