• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

PinusΠεύκη ή Πίνος (Pinus)
Οικογένεια: Πευκίδες ή Πινίδες (Pinaceae)
Κοινά ονόματα: κουκουναριά, ήμερο πεύκο, στροφιλιά, πεύκο,
αγριόπευκο, μοσχοέλατο, μηλοέλατο
Γένος που περιλαμβάνει γύρω στα 100 είδη αειθαλών δέντρων και σπάνια θάμνων, τα οποία κατάγονται από το βόρειο ημισφαίριο. Οι διαστάσεις των κωνοφόρων που υπάγονται στο γένος Πεύκη (Pinus) ποικίλλουν από 80 μ., που είναι το ύψος του υψηλότερου δεντρώδους είδους, μέχρι το 1 μ., που είναι το ύψος θάμνων με πολλά, έρποντα στελέχη. Γενικά, τα ψηλά είδη έχουν έναν όρθιο και ίσιο κορμό, πάνω στον οποίο προσφύονται οριζόντιοι ή ανερχόμενοι βραχίονες. Τα χαμηλότερα κλαδιά συχνά νεκρώνονται.
Οι βελόνες (τα φύλλα) του πεύκου φέρονται ανά 2, 3 ή 5 μαζί, από έναν κολεό που λέγεται βραχυκλάδιο. Τα λουλούδια του πεύκου, όπως και όλων των κωνοφόρων, είναι μονογενή. Οι «αρσενικές» ταξιανθίες είναι ίουλοι με κυλινδρικό σχήμα και κίτρινο ή κόκκινο χρώμα.
Την άνοιξη οι ίουλοι παράγουν μεγάλες ποσότητες γύρης, που μεταφέρεται με τον αέρα και γονιμοποιεί τα «θηλυκά» λουλούδια. Οι κώνοι σχηματίζονται στις άκρες των νεαρών κλαδιών και, συνήθως, κρέμονται προς τα κάτω. Χρειάζονται περίπου 2 χρόνια για ν' αναπτυχθούν πλήρως και μπορούν να γονιμοποιηθούν μόνο την άνοιξη του δεύτερου χρόνου. Τα επάλληλα λέπια που σχηματίζουν τους κώνους εμφανίζουν εξωτερικά μια διόγκωση.
Σε μερικά είδη οι κώνοι πέφτουν αμέσως μόλις βγουν οι σπόροι, ενώ σε άλλα παραμένουν στο δέντρο για αρκετά χρόνια. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι σπόροι βγαίνουν από τους κώνους εξαιτίας κάποιου εξωτερικού παράγοντα (δράση μικρών τρωκτικών ή πυρκαγιά). Το σχήμα και το μέγεθος των κώνων ποικίλλει, ανάλογα με το είδος (μπορούν να φτάσουν και σε μήκος 40 εκατ.). Συχνά οι σπόροι φέρουν ένα φτερό αρκετά αναπτυγμένο, που τους επιτρέπει να μεταφέρονται με τη βοήθεια του ανέμου σε μακρινές αποστάσεις. Το ξύλο του πεύκου είναι καλής ποιότητας και χρησιμοποιείται στην επιπλοβιομηχανία, την παρκετοβιομηχανία και τη χαρτοποιία. Από τη ρετσίνα του πεύκου, εξάλλου, εξάγεται η τερεβινθίνη (νέφτι) και άλλα δευτερεύοντα προϊόντα. Οι σπόροι μερικών ειδών είναι βρώσιμοι (τα κουκουνάρια) ενώ από διακοσμητική άποψη το πεύκο εκτιμάται ιδιαίτερα. Φυτεύεται μεμονωμένο ή σε ομάδες. Χρησιμεύει, επίσης, και για το σχηματισμό φυσικών ανεμοφρακτών, γιατί είναι εξαιρετικά ανθεκτικό στους θαλασσινούς ανέμους. Οι νάνες ποικιλίες του είναι κατάλληλες για βραχόκηπους.
Είδη και ποικιλίες
Πεύκη η αγιακαχουίτειος (Pinus ayacahuite). Κατάγεται από την κεντρική Αμερική και μπορεί να φτάσει σε ύψος 20 μ. Είναι ανθεκτικό είδος και αναπτύσσεται γρήγορα. Έχει πυκνή, κωνική «κόμη», που σχηματίζεται από μικρά κλαδιά και βελονοειδή φύλλα, τα οποία φύονται ανά 5. Οι «θηλυκοί» κώνοι έχουν πορτοκαλί χρώμα, που με την ωρίμανση μεταβάλλεται σε καστανό, και τα λέπια της βάσης τους είναι στραμμένα προς τα πάνω. Η παραγωγή κώνων αρχίζει όταν τα δέντρα φτάσουν σε ηλικία 15 χρόνων.
Πεύκη η μπουνγκεάνειος (Pinus bungeana). Το είδος αυτό, γνωστό διεθνώς και με την ονομασία «Πεύκο Ναπολέων», κατάγεται από την Κίνα, όπου μπορεί να φτάσει σε ύψος 30 μ. Στα κλίματά μας όμως δεν ξεπερνάει τα 15 μ. Ο φλοιός του έχει τεφροπράσινο χρώμα και αποσπάται κατά πλάκες, κάτω από τις οποίες ο κορμός εμφανίζει υπόλευκες ζώνες. Τα φύλλα του παρουσιάζουν κιτρινοπράσινο χρώμα και φύονται ανά 3. Οι ίουλοί του έχουν κίτρινο χρώμα και οι κώνοι του ωοειδές σχήμα και καστανόχρωμα λέπια, που απολήγουν σ' ένα καμπυλωτό αγκάθι.
Πεύκη η κέμβρη (Pinus cembra). Κατάγεται από τις Άλπεις και τα Καρπάθια. Σαν αυτοφυές μπορεί να φτάσει σε ύψος 20 μ. και σε διάμετρο 3 μ., ενώ όταν καλλιεργείται σε κήπο οι διαστάσεις του είναι αρκετά μικρότερες. Πρόκειται για ανθεκτικό είδος, με αργή ανάπτυξη. Ο κορμός του περιβάλλεται από έναν καστανόχρωμο φλοιό και έχει κοντά οριζόντια κλαδιά. Τα μικρά κλαδιά του είναι σκεπασμένα μ' ένα καστανόχρωμο χνούδι. Τα φύλλα του, βαθυπράσινα από τη μια πλευρά και ασημοπράσινα από την άλλη, φύονται ανά 5. Οι κώνοι του είναι κοντοί και κυλινδρικοί, έχουν πλατιά λέπια, που αρχικά είναι πράσινα και με τον καιρό γίνονται καστανοπόρφυρα.
Πεύκη η περίστροφος (Pinus contorta). Είναι η παράλιος πεύκη ης Αλάσκας, ιδιαίτερα διαδομένη στις δυτικές περιοχές της βόρειας Αμερικής. Ο κορμός της περιβάλλεται από έναν καστανόχρωμο φλοιό, γεμάτο σχισμές, και οι βελόνες της βγαίνουν κατά ζεύγος κι έχουν βαθυπράσινο χρώμα σε νεαρή ηλικία και πρασινοκίτρινο αργότερα. Οι κώνοι της είναι ασύμμετροι, ωοειδείς και σχηματίζονται στις άκρες των κλαδιών, σε δέντρα ηλικίας τουλάχιστον 3 χρόνων. Οι «αρσενικοί» ίουλοι είναι σφαιρικοί και έχουν κίτρινο χρώμα. Τρεις ποικιλίες του είδους αυτού είναι γνωστές: η Πεύκη η περίστροφος (Pinus contorta), που φτάνει σε ύψος 20 μ. περίπου και έχει πυραμιδοειδές σχήμα. Η Πεύκη η περίστροφος «πλατύφυλλος» (Pinus contorta "latifolia") αναπτύσσεται αργά και τα βελονοειδή φύλλα της έχουν μεγαλύτερες διαστάσεις και πιο έντονη απόχρωση από τα φύλλα της προηγούμενης ποικιλίας. Η ποικιλία περίστροφος του Murray (Pinus contorta "myrrayana") είναι δέντρο με αργή ανάπτυξη και συμπαγή «κόμη».
Πεύκη η κουλτέρειος (Pinus coulteri). Κατάγεται από την Καλιφόρνια και φτάνει σε ύψος 30 περίπου μ. Πρόκειται για εύρωστο, πλαγιόκλαδο δέντρο, εξαιρετικά διακοσμητικό, με βελονοειδή φύλλα μήκους 30 περίπου εκατ. Παράγει πολύ μεγάλους, πορτοκαλοκάστανους κώνους (μήκους μέχρι 30 εκατ. και βάρους μέχρι 2 κιλών) που φέρονται πάνω στον κορμό, ενώ αργότερα, όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 15-20 χρόνων, σχηματίζονται και στις άκρες των κλαδιών. Το είδος αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί μόνο σε περιοχές με ήπια κλίματα.
Πεύκη η χαλέπιος (Pinus halepensis). Είναι ο γνωστός μας Πεύκος ή Πεύκο. Πρόκειται για αρκετά ανθεκτικό είδος, που κατάγεται από τις παραμεσόγειες χώρες και μπορεί να φτάσει σε ύψος 20-30 μ. και σε διάμετρο 6 μ. Η «κόμη» του έχει ακανόνιστο σχήμα, ενώ ο κορμός του είναι στρεβλός και συχνά επικλινής. Τα φύλλα του είναι σκληρές, χοντρές βελόνες, που σχηματίζονται κατά ζεύγη πάνω στα κλαδιά, των οποίων ο φλοιός έχει ανοιχτοκάστανο χρώμα. Τα δέντρα αρχίζουν να παράγουν κώνους όταν φτάσουν σε ηλικία 10 τουλάχιστον χρόνων. Οι κώνοι έχουν ωοειδές σχήμα, κόκκινο – βιολετί χρώμα, ωριμάζουν 2 χρόνια μετά και παραμένουν για πολύ καιρό πάνω στο δέντρο, ακόμα κι όταν βγουν οι σπόροι. Το είδος αυτό ευδοκιμεί στα ξερά κλίματα και προτιμά τα ασβεστώδη εδάφη.
Πεύκη η λευκόδερμος (Pinus leucodermis). Το είδος αυτό κατάγεται από τα Βαλκάνια και φτάνει σε ύψος 20 μ. Έχει ευθυτενή κορμό, που στα γέρικα δέντρα περιβάλλεται από σταχτί φλοιό. Έχει τεφρόχρωμες βελόνες, που σχηματίζονται ανά ζεύγη, και παράγει ωοειδείς κώνους, οι οποίοι καταλήγουν σε οξύ άκρο και έχουν ζωηρό γαλαζοπόρφυρο χρώμα, το οποίο αργότερα γίνεται καστανό. Ωριμάζουν το καλοκαίρι του δεύτερου χρόνου. Το πεύκο αυτό είναι ανθεκτικό, έχει αργή ανάπτυξη και αντέχει στην ξηρασία και τα ασβεστώδη εδάφη.
Πεύκη η μούγκος (Pinus mugo). Είδος διαδομένο στις ορεινές περιοχές της κεντρικής και της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Φτάνει σε ύψος 2 ως 4.5 μ. και έχει θαμνώδη εμφάνιση. Τα κλαδιά του είναι, συνήθως, στραμμένα προς το έδαφος αλλά συχνά έχει και όψη δέντρου. Οι βελόνες του σχηματίζονται πάνω σε μικρά κλαδιά και έχουν μήκος 4 εκατ. και βαθύ πράσινο χρώμα. Οι κώνοι του έχουν μήκος 5 εκατ., ωοειδές σχήμα και καστανό χρώμα. Η ποικιλία «νάνα» ("Pumilio") είναι μικρότερη από το μητρικό είδος.
Πεύκη η κοχλιοειδής (Pinus muricata). Κατάγεται από τη δυτική Αμερική και φτάνει σε ύψος 30 μ. Έχει ευθυτενή κορμό με τεφρό φλοιό. Το σχήμα της «κόμης» του μπορεί να είναι κωνικό, σφαιρικό ή και πλαγιόκλαδο. Έχει βελονοειδή τεφροπράσινα φύλλα, μήκους 15 περίπου εκατ., που σχηματίζονται ανά ζεύγη κατά μήκος των κλάδων. Οι κώνοι, μήκους 8 εκατ., έχουν λέπια που καταλήγουν σ' ένα αγκάθι και ωριμάζουν μετά από 2 χρόνια. Παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω στο δέντρο. Το είδος αυτό έχει αργή ανάπτυξη στα άγονα εδάφη, είναι ανθεκτικό και πολύ κατάλληλο για παραθαλάσσιες περιοχές.
Πεύκη η μέλαινα (Pinus nigra). Το είδος αυτό, που κατάγεται από τις ορεινές περιοχές της νότιας Ευρώπης, είναι γνωστό και σαν «Πεύκη η αυστριακή» ή κοινώς σαν αγριόπευκος, μοσχοέλατο ή μηλοέλατο. Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε αυτές που καλλιεργούνται περισσότερο. Η Πεύκη η μέλαινα, ποικιλία «παράλιος» (Pinus nigra, var "maritime") ή Πεύκη η μέλαινα η καλαβρική (Pinus nigra calabrica) ή Πεύκη η χαρικοειδής (Pinus larico) φτάνει σε ύψος 30 μ. και έχει υψηλό, ευθυτενή κορμό, που δεν έχει διακλαδώσεις στα χαμηλότερα μέρη του. Τα κλαδιά προσφύονται οριζόντια πάνω στον κορμό, προσδίδοντας πλαγιόκλαδη μορφή στην «κόμη». Τα μικρότερα κλαδιά έχουν καστανόχρωμο φλοιό με ραβδώσεις και φέρουν βελονοειδή, τεφροπράσινα φύλλα, μήκους 15 εκατ. Οι κώνοι, μήκους 8 εκατ., έχουν καστανό χρώμα, που με τον καιρό φαίνεται πιο ανοιχτό, και αποτελούνται από σκληρά και πλατιά «λέπια». Η ποικιλία αυτή είναι ανθεκτική και ευδοκιμεί σε ρηχά εδάφη, με ασβεστώδη σύσταση, αλλά χρειάζεται θερμά καλοκαίρια. Η Πεύκη η μέλαινα (Pinus nigra) ή Πεύκη η μέλαινα ποικιλία αυστριακή (Pinus nigra, var "austriaca") ή Πεύκη η μέλαινα ποικιλία μελανοειδής (Pinus nigra, far. "nigricans") φτάνει σε ύψος τα 30 μ. και φέρει στα μικρότερα κλαδιά της βελονοειδή, βαθυπράσινα φύλλα. Οι κώνοι της είναι μεγαλύτεροι από της προηγούμενης ποικιλίας κι έχουν κιτρινωπό χρώμα. Η πεύκη αυτή ευδοκιμεί στα ασβεστώδη εδάφη, αντέχει στους ανέμους, και κατά την πρώτη χρονιά της ζωής της εμφανίζει γρήγορη ανάπτυξη, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο χρησιμοποιείται ευρύτατα σαν δέντρο αναδάσωσης.
Πεύκη η μικρανθής (Pinus parviflora). Κατάγεται από την Ιαπωνία και μπορεί να φτάσει σε ύψος 15 μ. Ο κορμός της έχει πορφυρόχρωμο φλοιό με μαύρα «λέπια». Τα μακριά, εύρωστα κλαδιά της βρίσκονται οριζόντια πάνω στον κορμό, ενώ τα φύλλα της φύονται ανά 5, το ένα μέσα στο άλλο και έχουν εφρογάλανο χρώμα και μήκος 6 εκα. Παράγει ωοειδείς, καστανόχρωμους κώνους, μήκους 5 εκατ. Το είδος αυτό είναι κατάλληλο για μικρούς κήπους.
Πεύκη η πεύκη (Pinus peuce). Κατάγεται από τα Βαλκάνια και μπορεί να φτάσει σε ύψος 20 μ. Έχει λείο, πορφυρόχρωμο φλοιό, που σε μεγάλη ηλικία σκεπάζεται από λεπτά «λέπια». Τα μικρότερα κλαδιά του έχουν ζωηρό πράσινο χρώμα και φέρουν γαλαζοπράσινα φύλλα, που φύονται ανά 5. Οι κώνοι του έχουν σχήμα κυλινδρικό και κυρτό στο κάτω άκρο και κατά την ωρίμανση αποκτούν καστανό χρώμα και σκεπάζονται με ρητίνη. Είναι είδος ανθεκτικό.
Πεύκη η παράλιος ή πινάστερ (Pinus maritime ή pinaster). Είναι η παράλιος πεύκη, που κατάγεται από την ανατολική Μεσόγειο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 20 μ. και σε διάμετρο 6 μ. Ο κορμός του δεν είναι ευθύς και περιβάλλεται από φλοιό, οποίος εμφανίζει βαθιές, πορτοκαλόχρωμες σχισμές. Στα ηλικιωμένα δέντρα σχηματίζονται μέσα σ' αυτές τις σχισμές καστανόχρωμα ή κόκκινα «λέπια», τα κλαδιά του είναι εύρωστα και αναπτύσσονται μόνο στο επάνω μέρος του δέντρου, προσδίδοντας έτσι πλαγιόκλαδη όψη στην «κόμη» του, που με τον καιρό παίρνει σφαιρικό σχήμα. Τα μικρότερα κλαδιά του έχουν ανοιχτοκάστανο χρώμα και φέρουν αραιές, σκληρές και τραχιές βελόνες, που φύονται ανά 2. Οι καρποί του, μήκους 20 εκατ., έχουν φωτεινό ανοιχτοκάστανο χρώμα και απολήγουν σε οξύ άκρο. Η περίοδος της ωρίμανσής τους διαρκεί 2 χρόνια, και παραμένουν για μεγάλο διάστημα πάνω στα δέντρα. Το είδος αυτό είναι ανθεκτικό και αναπτύσσεται γρήγορα, ακόμα και σε φτωχά εδάφη.
Πεύκη η πίτυς (Pinus pinea). Κοινώς κουκουναριά. Κατάγεται από τις παραμεσόγειες περιοχές, όπου φτάνει σε ύψος 20 μ. Ο κορμός του σκεπάζεται από χοντρό φλοιό, που με το χρόνο γεμίζει σχισμές. Τα χαμηλότερα κλαδιά του στρέφονται προς τα επάνω, ενώ τα κλαδιά της κορυφής είναι οριζόντια. Η «κόμη» του έχει σχήμα σφαιρικό. Τα μικρότερα κλαδιά φέρουν πολυάριθμα ζεύγη από βελόνες μήκους 15 εκατ., με βαθύ πράσινο χρώμα. Οι κώνοι του έχουν σχεδόν σφαιρικό σχήμα και σχηματίζονται από μικρά και κυρτά λέπια, με λαμπερό καστανό χρώμα. Εμφανίζονται πάνω σε δέντρα ηλικίας 30 τουλάχιστον χρόνων, ωριμάζουν μέσα σε 2 χρόνια και παράγουν βρώσιμους σπόρους (τα κουκουνάρια). Είναι είδος ανθεκτικό στην ξηρασία.
Πεύκη η ακτινωτή (Pinus radiate). Κατάγεται από την Καλιφόρνια και φτάνει σε ύψος 30 μ. Ο φλοιός αυτού του είδους έχει βαθυπράσινο χρώμα και πολυάριθμες, κάθετες αυλακώσεις. Τα δέντρα παρουσιάζουν σφαιρική «κόμη» με κωνική κορυφή σε νεαρή ηλικία και πεπλατυσμένη αργότερα. Τα μικρά κλαδιά φέρουν βελονοειδή, ανοιχτοπράσινα φύλλα, μήκους 15 εκατ., που φύονται ανά 3. Τα δέντρα, όταν φτάσουν σε ηλικία 20 χρόνων, αρχίζουν να παράγουν ωοειδείς κώνους, που σχηματίζονται από παχιά λέπια, τα οποία έχουν ζωηρό καστανό χρώμα και στρογγυλωπές προεξοχές (διογκώσεις). Το είδος αυτό αναπτύσσεται γρήγορα και είναι ανθεκτικό, ιδιαίτερα στα ήπια κλίματα.
Πεύκη ο στρόβος (Pinus strobus). Γνωστό και σαν Πεύκο του Wenmouth, το είδος αυτό κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές της βόρειας Αμερικής, όπου αναπτύσσσεται σε ύψος 20 μ. Έχει πλατιά «κόμη» με κωνική μορφή, που με τα χρόνια αραιώνει. Τα μικρότερα κλαδιά του φέρουν μικρές και κοντές γαλαζοπράσινες βελόνες, που φύονται ανά 5. Οι κώνοι του, κυλινδρικοί και κυρτοί, σχηματίζονται από λεπτά «λέπια», που αρχικά είναι ανοιχτοπράσινα και αργότερα αποκτούν μια καστανή απόχρωση. Σχηματίζονται πάνω σε δέντρα ηλικίας τουλάχιστον 10 χρόνων, και χρειάζονται πάνω από 2 χρόνια για να ωριμάσουν πλήρως. Το είδος αυτό είναι ανθεκτικό και αναπτύσσεται γρήγορα.
Πεύκη η δασική (Pinus sylvestris). Κατάγεται από την Ευρώπη και την Ασία και είναι πολύ διαδομένο στην Ιταλία και την Ελλάδα. Φτάνει σε ύψος 40 μ. και ο κορμός του περιβάλλεται από έναν πορτοκαλοκόκκινο φλοιό, που με το χρόνο αποκτά βαθυκόκκινο χρώμα. Η «κόμη» στα νεαρά δέντρα έχει κωνικό σχήμα, αλλά με την πάροδο του χρόνου αποκτά πλαγιόκλαδη όψη. Έχει βελονοειδή, γκριζοπράσινα φύλλα, μήκους 15 περίπου εκατ., που φύονται ανά 2 και το ένα μέσα στο άλλο, πάνω στα μικρότερα κλαδιά. Οι «θηλυκές» ταξιανθίες, που έχουν κωνικό σχήμα και καστανό χρώμα, σχηματίζονται πάνω σε δέντρα τουλάχιστον 10 χρόνων, ενώ οι «αρσενικοί» ίουλοι εμφανίζονται πάνω σε νέα δέντρα. Η ποικιλία «Αυγή» ("Aurora") είναι πιο χαμηλή από το τυπικό είδος και οι βελόνες της έχουν γαλαζοπράσινο χρώμα, που το καλοκαίρι γίνεται κίτρινο και το χειμώνα χρυσωπό. Επίσης υπάρχει και η νάνα ποικιλία Beuvronensis" (1 μ. ύψος) με σφαιρική «κόμη» και αργή ανάπτυξη.
Πεύκη η υψικάρηνος ή Πεύκη η βαλλιχιανή (Pinus excelsa ή Pinus wallichiano). Γνωστό και σαν Πεύκη η γριφφίθειος (Pinus griffithi), το είδος αυτό κατάγεται από τα Ιμαλάια, όπου αναπτύσσεται σε ύψος 20 περίπου μ. Η «κόμη» του είναι κωνική ή πλαγιόκλαδη. Τα κλαδιά του περιβάλλονται στην αρχή από έναν λείο, πορτοκαλοκάστανο φλοιό, που με τον καιρό γίνεται τραχύς και παρουσιάζει ρυτιδώσεις και σχισμές. Έχει πολύ μακριά, τεφρογάλανα βελονοειδή φύλλα, που φύονται ανά 5, πάνω στα μικρότερα κλαδιά. Παράγει επιμήκεις κώνους με πορφυροπράσινο και τεφρό χρώμα, που με το χρόνο γίνεται καστανό. Η παραγωγή κώνων αρχίζει όταν τα δέντρα φτάσουν σε μια ηλικία 15 τουλάχιστον χρόνων και η ωρίμανση πραγματοποιείται σε 2 περίπου χρόνια. Το είδος αυτό είναι ανθεκτικό και αναπτύσσεται γρήγορα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Τα πεύκα φυτεύονται στην οριστική τους θέση το Νοέμβριο ή στα τέλη Μαρτίου, σε μέρη προσήλια και σε εδάφη όξινα.
Μερικά είδη, όπως η Πεύκη η λευκόδερμος (Pinus leucodermis) και η Πεύκη η δασική (Pinus sylvestris) αναπτύσσονται και σε αλκαλικά εδάφη. Χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ύψος 60 εκατ. Κατά την άνοιξη είναι απαραίτητη η χορήγηση ενός πλήρους λιπάσματος.
Πολλαπλασιασμός
Τα πεύκα πολλαπλασιάζονται με σπόρο. Η σπορά γίνεται στο τέλος του χειμώνα, σε ψυχρό κασόνι. Μετά από ένα χρόνο τα νεαρά δενδρύλλια μεταφυτεύονται σε φυτώριο, όπου παραμένουν για 2-3 χρόνια, και κατόπιν φυτεύονται στην οριστικιή τους θέση. Η μέθοδος αυτή δεν εφαρμόζεται στο είδος Πεύκη η ακτινωτή (Pinus radiata) γιατί δεν αντέχει στις μεταφυτεύσεις (το είδος τοποθετείται στην οριστική του θέση ένα χρόνο μετά τη σπορά). Τα δέντρα που δημιουργούνται από σπόρο έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά των μητρικών ειδών, γι' αυτό χρησιμοποιούνται σαν υποκείμενα (ο εμβολιασμός γίνεται την άνοιξη).
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η κάμπια του Πεύκου προσβάλλει τα φύλλα και τους τρυφερούς βλαστούς, ενώ μερικά είδη ημιπτέρων προκαλούν την εμφάνιση μιας πιληματώδους ουσίας (βαμβακάδα).