• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

LEVANTAΛεβάντα
Λαβαντούλα (Lavandula)
Οικογένεια: Χειλανθή ή Λαμπιάτα (Labiatae)
Κοινά ονόματα: αγριολεβάντα, λαμπρή, μαυροκέφαλο, χαμολίβανο, καλογερόχορτο
Γένος που περιλαμβάνει 28 περίπου είδη φρυγανωδών ή θαμνωδών αειθαλών και ανθεκτικών φυτών, τα οποία κατάγονται από τις παραμεσόγειες περιοχές και τα νησιά του Ατλαντικού (Αζόρες, Μαδέρα, Κανάριοι νήσοι, κλπ.).
Έχουν επιμήκη γκριζοπράσινα φύλλα και σωληνοειδή λουλούδια, ενωμένα σε επάκριους στάχεις, που συχνά περιβάλλονται από χρωματιστά βράκτεια.
Οι λεβάντες είναι αρωματικά φυτά αλλά το άρωμά τους ποικίλλει ανάλογα με το είδος και την ποικιλία. Γίνεται, μάλιστα, πιο λεπτό όταν καλλιεργούνται σε πυριτικά εδάφη. Η λεβάντα είναι κατάλληλη για να σχηματίζει μπορντούρες και φυτικούς φράχτες, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την κάλυψη άγονων εκτάσεων. Το αιθέριο έλαιο που παράγεται με απόσταξη των λουλουδιών της χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και τη σαπωνοποιία. Τα αποξηραμένα λουλούδια της, τοποθετημένα μέσα σε σακουλάκια, χρησιμοποιούνται για τον αρωματισμό των ασπρόρουχων στα συρτάρια ή για την παρασκευή μειγμάτων από αρωματικά βότανα. Η λεβάντα χρησιμοποιείται και στη μαγειρική, για την παρασκευή ζελατίνας. Επίσης είναι περιζήτητο το μέλι από λεβάντα.
Είδη και ποικιλίες
Λαβαντούλα x υβρίδιο (Lavandula x hybrida). Προέρχεαι από διασταύρωση των ειδών Λαβαντούλα η πλατύφυλλος (L. latifolia) και Λαβαντούλα η γνήσια (L. vera). Είναι εύρωστο φυτό και φτάνει σε ύψος τα 50-70 εκατ. Έχει μεγάλα φύλλα, που σκεπάζονται από λεπτό χνούδι το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι παίρνουν ένα πράσινο χρώμα που θυμίζει το χρώμα των φύλλων της φασκομηλιάς. Τα ανθοφόρα στελέχη είναι ξυλώδη και πολύ διακλαδισμένα στο επάνω μέρος τους. Όσο για τα λουλούδια, έχουν γκρίζο – γλαυκό κάλυκα, κυανόχρωμη στεφάνη και άγονους στήμονες. Ανθίζει τον Ιούλιο – Αύγουστο.
Λαβαντούλα η πλατύφυλλος (Lavandula latifolia). Το είδος αυτό κατάγεται από τις παραμεσόγειες περιοχές και φτάνει σε ύψος 30-80 εκατ. Έχει σπατουλοειδή, χνουδωτά φύλλα, με ασημόγκριζη απόχρωση και ωχρογάλαζα λουλούδια που σχηματίζουν επάκριες ταξιανθίες και περιβάλλονται από γραμμοειδή, πρασινωπά βράκτεια. Ανθίζει κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο και δεν αντέχει τους χειμερινούς παγετούς.
Λαβαντούλα η σταχυώδης (Lavandula spica). Κατάγεται από τις παραμεσόγειες περιοχές και φτάνει σε ύψος 0.5-1 μ. Έχει γραμμοειδή, ασημόγκριζα φύλλα και γκριζογάλανα λουλούδια, που ανοίγουν ενωμένα σε επάκριες ταξιανθίες μήκους 5-8 εκατ., από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο. Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε: τη "Hidcoté" γνωστή και σαν Λαβαντούλα νάνα μελανοπόρφυρη (Lavandula nana alropurpurea), που φτάνει σε ύψος 30-60 εκατ. και σε διάμετρο 40-60 εκατ. Πρόκειται για συμπαγές φυτό, με γαλάζια – πορφυρά και ιώδη λουλούδια, που σχηματίζουν επάκριες ταξιανθίες μήκους 5 εκατ. Η ποικιλία "Twickle Purple" εξάλλου, φτάνει σε ύψος και διάμετρο 0.5-1 μ., παρουσιάζει λεπτούς ανθοφόρους στάχεις με ιώδες χρώμα, ενώ η "Munstead", περιορισμένων διαστάσεων, είναι κατάλληλη για το σχηματισμό φυσικών φραχτών.
Λαβαντούλα η στοιχάς (Lavandula stoechas). Κατάγεται από τις παραμεσόγειες χώρες και φτάνει σε ύψος 60 εκατ. Έχει γραμμοειδή γκριζοπράσινα φύλλα. Διακρίνεται από τα άλλα είδη από τις ταξιανθίες της, που σχηματίζουν τετράγωνους στάχεις, μήκους 2.5-5 εκατ., και περιβάλλονται από ιώδη βράκτεια, τα οποία διατηρούνται πάνω στο φυτό, ακόμα και μετά την πτώση των λουλουδιών. Ανθίζει από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο.
Λαβαντούλα η γνήσια (Lavandula vera). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη και φτάνει σε ύψος 20-60 εκατ. και σε διάμετρο 0.5-1 μ. Τα ανθοφόρα κλαδιά της είναι απλά, μακριά και απογυμνωμένα, ενώ τα φύλλα της είναι γραμμοειδή και έχουν γκριζοπράσινο χρώμα. Τα λουλούδια της έχουν γαλάζιο – ιώδες χρώμα και εμφανίζονται ενωμένα σε στάχεις μήκους 6 εκατ. Ανθίζει από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο. Από τις διάφορες ποικιλίες της αναφέρουμε τη «Νάνα λευκή» ("Nana Alba") με ύψος και διάμετρο 30 εκατ., γκριζοπράσινα φύλλα και λευκά λουλούδια, ενωμένα σε στάχεις μήκους 3-5 εκατ., και τη Nana Mustead" με σκούρα κόκκινα – πορφυρά λουλούδια.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η λεβάντα ευδοκιμεί σε καλά αποστραγγιζόμενα και μάλλον ασβεστώδη εδάφη, καθώς και σε μέρη προσήλια. Φυτεύεται τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο ή την άνοιξη. Τα φυτά που χρησιμοποιούνται για να σχηματίσουν φράχτες πρέπει να φυτεύονται σε απόσταση 20-30 εκατ. το ένα από το άλλο. Τα λουλούδια της λεβάντας, τα οποία προορίζονται για αποξήρανση, πρέπει να συλλέγονται πριν ανοίξουν· στη συνέχεια δένονται σε δέσμες και στεγνώνουν σε καλά αεριζόμενα, σκιερά και δροσερά μέρη.
Πολλαπλασιασμός
Η λεβάντα πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα μήκους 10 εκατ., που κόβονται προς το τέλος του καλοκαιριού από τους πλάγιους, μη ανθοφόρους βλαστούς, και φυτεύονται σε ψυχρά κασόνια, καθώς και σ' ένα μείγμα από άμμο και τύρφη σε ίσα μέρη. Την επόμενη άνοιξη φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Τα μοσχεύματα μπορούν να κοπούν και σε μήκος 15-20 εκατ., οπότε φυτεύονται κατευθείαν στην οριστική τους θέση, κατά το φθινόπωρο.
Κλάδεμα
Μετά την ανθοφορία πρέπει να κόβονται σύρριζα όλα τα ανθοφόρα στελέχη και να κορφολογούνται ελαφρά τα φυτά. Κατά τον Μάρτιο – Απρίλιο κόβονται σύρριζα τα απογυμνωμένα φυτά, ώστε ν' αποκτήσουν ξανά θαμνώδη εμφάνιση και να βοηθηθεί η ανάπτυξη νέων βλαστών από τη βάση. Οι φυσικοί φράχτες πρέπει να κλαδεύονται τον Μάρτιο – Απρίλιο. Επειδή οι θάμνοι με το χρόνο χάνουν τα φύλλα τους, καλό θα είναι κάθε 5-6 χρόνια ν' αντικαθίστανται τα παλιά φυτά με νέα.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η λεβάντα προσβάλλεται συχνά από μύκητες του είδους Αρμιλλάρια (Armillaria), που είναι πολύ επικίνδυνοι. Η μόνη μέθοδος ριζικής καταπολέμησής τους είναι το ξερίζωμα των προσβλημένων φυτών και η απολύμανση του εδάφους. Επίσης η σεπτόρια της λεβάντας (Septoria lavandulae) προκαλεί την εμφάνιση κηλίδων πάνω στα φύλλα. Καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό και άλλα μυκητοκτόνα φάρμακα. Ένας άλλος μύκητας του είδους phoma προκαλεί την μάρανση των νεαρών βλασταριών, το μαύρισμα στα κλαδιά και τη σήψη των ριζών. Η τεφρή σήψη (Botrytis cinerea) εξάλλου, προσβάλλει τους βλαστούς, κυρίως κατά τις υγρές εποχές. Καταπολεμάται με ψεκασμούς που έχουν σαν βάση το TMTD ή το Κάπταν. Επίσης μερικά είδη κάμπιας προσβάλλουν τους νέους βλαστούς και μπορούν να καταστρέψουν τα φύλλα και τα λουλούδια. Καταπολεμούνται εύκολα με ειδικά εντομοκτόνα φάρμακα, που όμως δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την εποχή της ανθοφορίας, για να μη δηλητηριάζονται οι μέλισσες.