• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

THYMARIΘυμάρι ή Θύμος (Thymus)
Οικογένεια: Χειλανθή ή Λαμπιάτα (labiatae)
Κοινά ονόματα: θρούμπι ή θρουμπί, μελιτζίνι, φινοκάλι και φοκάλι (Μάνη),
σαμάρι, χαμοθρουμπίδι (Κεφαλλονιά)
Γένος που περιλαμβάνει περίπου 400 είδη φυτών, τα οποία κατάγονται από τη Μεσόγειο και τη Βαλκανική Χερσόνησο, όπου απαντούν αυτοφυή, σε μεγάλη αφθονία. Σε καλλιέργεια το θυμάρι έχει εισαχθεί και στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, όπου χρησιμοποιείται για το αιθέριο έλαιο που περιέχει, αλλά στα κλίματα αυτά έχει ανάγκη από κατάλληλες προστασίες.
Πρόκειται για ποώδη ή φρυγανώδη, πολυετή, ανθεκτικά φυτά, ύψους 30 περίπου εκατ., που είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για ασβεστώδη, φτωχά και ξερά εδάφη. Τα περισσότερα είδη έχουν θυσανώδη εμφάνιση αλλά υπάρχουν και μερικά έρποντα και φυτά επικάλυψης. Τα τελευταία έχουν πυκνή διακλάδωση και το κάτω μέρος τους, εν μέρει έρπον, μπορεί να ριζώσει. Τα φύλλα είναι σχεδόν άμισχα, λογχοειδή, πολύ μικρά, υπόλευκα στην κάτω επιφάνεια, με στρογγυλωπά περιθώρια. Τα λουλούδια σχηματίζουν επάκριες σταχυοειδείς ταξιανθίες και έχουν χαρακτηριστικό σχήμα στεφάνης, στην αρχή με μορφή σωλήνα λίγο διογκωμένου στη βάση, που μετά χωρίζεται σε δύο εμφανή «χείλη», από τα οποία το κάτω χωρίζεται με τη σειρά του σε τρεις προεξέχοντες λοβούς. Το χρώμα τους μπορεί να είναι, ανάλογα με το είδος, άσπρο, αχνό ροζ, ιώδες ή προφυρό. Τα λουλούδια αυτά, που ανοίγουν από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο, περιέχουν σχεδόν πάντα αρκετό νέκταρ, γι' αυτό και προσελκύουν τις μέλισσες.
Παρ' όλο που μερικά είδη θυμαριού χρησιμοποιούνται σαν διακοσμητικά φυτά, κυρίως σαν φυτά επικάλυψης, σε ηλιόλουστα παρτέρια και μπορντούρες ή για να σχηματίσουν πολύχρωμες νησίδες στο βραχόκηπο, η αξία τους έγκειται κυρίως στις αρωματικές και θεραπευτικές τους ιδιότητες. Το θυμάρι περιέχει ένα αιθέριο έλαιο, που αποτελείται από θυμόλη σε ποσοστό 40% περίπου και σε μικρότερα ποσοστά από καρβακρόλη, κιμόλη, πινόνη, βορνεόλη, κλπ. Περιέχει επίσης μια μεγάλη αναλογία από τανίνες, ρητίνες, φλαβόνες και μια πικρή ουσία.
Τα ξερά φύλλα του θυμαριού ή τα φρέσκα κλαδιά του δίνουν μια θαυμάσια γεύση στα ψητά και κυρίως στα κρέατα που ψήνονται στα κάρβουνα.
Είδη και ποικιλίες
Θύμος ο αλπικός (Thymus alpestris). Είδος με μικρές διαστάσεις, αυτοφυές στις ορεινές περιοχές, με στολόνες και κοντά ανθοφόρα κλαδιά που μοιράζονται συμμετρικά πάνω στα έρποντα κλαδιά.
Θύμος ο βρετανικός (Thymus brittanicus). Το είδος αυτό χαρακτηρίζεται από στελέχη με τετράγωνη τομή και από μικρά δερματώδη φύλλα, βελούδινα στην κάτω επιφάνεια.
Θύμος ο κίτροσμος (Thymus citrodorus). Το είδος αυτό θεωρείται από μερικούς σαν ποικιλία του Θύμου του κοινού (Thymus vulgaris). Πρόκειται για θαμνώδες, αειθαλές φυτό, ύψους 20 περίπου εκατ., με πολύ μικρά, ωοειδή και επιμήκη φύλλα σε γλαυκοπράσινο χρώμα, και άφθονα μικρά, ροζ-λιλά λουλούδια, που ανοίγουν το καλοκαίρι. Η ποικιλία «Χρυσός» ("Aureus") έχει κίτρινα – στο χρώμα του λεμονιού – φύλλα και η «Ασημένια Βασίλισσα» ("Silver Queen") με πράσινα φύλλα, διάστικτα με άσπρο. Και οι δύο ποικιλίες είναι κατάλληλες για την κάλυψη επικλινών εδαφών και για βραχόκηπους.
Θύμος χέρμπα-μπαρόνα (Thymus herba-barona). Είδος που απαντά αυτοφυές στις άνυδρες ορεινές περιοχές της Κορσικής και της Σαρδηνίας. Σχηματίζει όρθιους θυσάνους και παράγει ροζ λουλούδια, που ανοίγουν τον Ιούνιο. Έχει πλούσιο φύλλωμα, που αναδίδει ένα όμορφο άρωμα, όμοιο με του κύνιμου.
Θύμος ο σερπύλλος (Thymus serpyllum). Μοιάζει, ως προς το άρωμα, με τον Θύμο τον κοινό (Thymus vulgaris), αλλά είναι φτωχότερος σε αιθέριο έλαιο και, κυρίως, σε θυμμόλη. Έχει έρποντα κλαδιά που ριζώνουν εύκολα και επιτρέπουν τον γρήγορο πολλαπλασιασμό του, ενώ του δίνουν την όψη φυτού επικάλυψης. Τα λουλούδια του, που ανοίγουν από τον Ιούνιο ως τον Αύγουστο, μπορεί να είναι άσπρα, ροζ ή κόκκινα. Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε το «Λευκό» ("Albus") με λουλούδια άσπρα και φύλλα ανοιχτοπράσινα, το «Καρμίνιο» ("Carminens") με λουλούδια στο χρώμα του καρμίνιου, το «Κόκκινο» ("Coccineus") με πορφυρή ανθοφορία, το «Εριώδες» ("Lanuginosus") καλυμμένο όλο με ασημένιο χνούδι, το «Νουμμουλάριο» ("Nummularis"), φυτό θαμνώδες, ύψους 30 περίπου εκατ., το «Ελάσσονα» ("Minor") με πολύ μικρά φύλλα και το Θύμο τον Μάρσαλ ("Marshallianus"), που από μερικούς θεωρείται ένα ιδιαίτερο είδος, με μεγάλα λογχοειδή φύλλα και ροζ λουλούδια.
Θύμος ο κοινός (Thymus vulgaris). Είναι το κοινό θυμάρι, το πιο πλούσιο σε αρωματικά στοιχεία και το πιο διαδομένο σαν αυτοφυές. Πρόκειται για χαρακτηριστικό φυτών των ασβεστολιθικών, άνυδρων και ηλιόλουστων περιοχών της μεσογειακής Ευρώπης. Έχει ύψος 20 περίπου εκατ. και μικρά αρωματικά και στενά φύλλα, βαθυπράσινα στην πάνω επιφάνεια και υπόλευκα στην κάτω, στη μασχάλη των οποίων εμφανίζονται προς την κορυφή των βλαστών τον Ιούνιο τα σωληνοειδή μοβ λουλούδια του, ενωμένα σε σταχυοειδείς ταξιανθίες. Σ' αυτό το είδος ανήκει επίσης και η ποικιλία «Ποικιλόχρωμη» ("Variegata") που τα φύλλα της είναι διάστικτα με άσπρο και η ποικιλία «Χρυσή» ("Aurea") με χρυσαφιά φύλλα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Το θυμάρι είναι πολύ ανθεκτικό φυτό και απαιτεί ελάχιστες φροντίδες: κανονικά χρειάζεται μόνο καταπολέμηση των ζιζανίων, κάποιο επιφανειακό σκάλισμα και ενδεχομένως, λίγο πότισμα τις πολύ ζεστές μέρες. Προσαρμόζεται καλά σε φτωχά, ακόμα και βραχώδη εδάφη. Ευδοκιμεί σε χώματα ασβεστολιθικά, με καλή αποστράγγιση και θέλει προσήλιες θέσεις, όπου εκτός των άλλων αποκτά καλύτερο άρωμα. Καλό θα είναι κάθε 3-4 χρόνια ν' ανανεώνετε τα φυτά. Η συλλογή του θυμαριού που θα χρησιμοποιηθεί σαν αρωματικό βότανο γίνεται τη στιγμή της μεγαλύτερης συγκέντρωσης αρωματικών ουσιών, δηλαδή λίγο πριν την ανθοφορία. Οι βλαστοί και τα φύλλα που χρησιμοποιούνται νωποί μαζεύονται οποιαδήποτε στιγμή, από την άνοιξη ως το φθινόπωρο. Τα φύλλα μπορούν επίσης να ξεραθούν και να διατηρηθούν στην κατάψυξη.
Πολλαπλασιασμός
Ο πιο απλός τρόπος πολλαπλασιασμού είναι ο διαχωρισμός των θυσάνων της βάσης, που γίνεται το φθινόπωρο με άμεσο φύτεμα στην οριστική θέση. Επίσης μπορεί να γίνει και με μόσχευμα ή με σπόρο.
Στην πρώτη περίπτωση παίρνετε μοσχεύματα μήκους 5-6 εκατ. από τους πλευρικούς μη ανθοφόρους βλαστούς (μαζί με' ένα τμήμα παλιότερου κλαδιού) και τα βάζετε να ριζώσουν σε περιβάλλον προστατευμένο, αλλά όχι θερμαινόμενο, σ' ένα υπόστρωμα αποτελούμενο από τύρφη και άμμο σε ίσα μέρη. Μόλις ριζώσουν τα μεταφυτεύετε πρώτα σε μικρές γλάστρες και μετά στην οριστική τους θέση (τον Οκτώβριο του επόμενου χρόνου) σε απόσταση 15-20 εκατ. το ένα από το άλλο.
Οι σπόροι τοποθετούνται για να βλαστήσουν κάτω από τζάμι, τον Μάρτιο – Απρίλιο, επιφανειακά σ' ένα μείγμα πολύ ελαφρό και καλά αποστραγγιζόμενο. Μετά από μια πρώτη μεταφύτευση, σε μικρές γλάστρες, τα φυτά είναι έτοιμα για το οριστικό τους φύτεμα.