• inside_pic_01.jpg
  • inside_pic_02.jpg
  • inside_pic_03.jpg
  • inside_pic_04.jpg

 

PIKRODAFNHΠικροδάφνη
Νήριον (Nerium)
Οκογένεια: Αποκυνίδες (Apocynaceae)
Κοινά ονόματα: ροδοδάφνη, φυλλάδα, αριοδάφνη, αροδάφνη (Κύπρος), σέψα (Μάνη), λέανδρος (Κέρκυρα), σφάκα (Κρήτη), ψουράκα (Χαλκιδική).

Γένος που περιλαμβάνει 3 είδη ευαίσθητων, αειθαλών θάμνων με όμορφη ανθοφορία. Έχουν δερματώδη, λογχοειδή φύλλα και άνθη σε διάφορα χρώματα, που ανοίγουν ενωμένα σε βότρεις. Μπορούν να καλλιεργηθούν στο ύπαιθρο μόνο σε ζώνες με ήπιο κλίμα, ενώ αλλού καλλιεργούνται σε γλάστρα για να μεταφέρονται σε προφυλαγμένο μέρος κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Είδη και ποικιλίες
Νήριον το εύοσμον (Nerium odorum). Κατάγεται από την Ασία και φτάνει σε ύψος και διάμετρο 2-4 μ. Έχει ροζ άνθη, που ανοίγουν ενωμένα σε βότρεις σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Νήριον ο ολέανδρος (Nerium oleander). Είναι η γνωστή μας ροδοδάφνη ή πικροδάφνη. Είδος πιο εύρωστο από το προηγούμενο διαδεδομένο σε αυτοφυή κατάσταση στις μεσογειακές περιοχές και στη χώρα μας. Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 4-6 μ. και έχει δερματώδη, λογχοειδή φύλλα, αντίθετα ή ενωμένα γύρω από το στέλεχός ανά 3. Τα άνθη, σωληνοειδή, πλάτους 2,5-4 εκ., αποτελούνται από 5 πεπλατυσμένους λοβούς και εμφανίζονται ενωμένα σε επάκριους βότρεις. Η ανθοφορία παρατηρείται από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο. Τα άνθη του τυπικού είδους είναι λευκά, ενώ των πολυάριθμων ποικιλιών του κρεμ, ροζ, καρμινόχρωμα, κόκκινα, κίτρινα, ροζ-σωμόν, πορτοκαλί. Από τις ποικιλίες αυτές αναφέρουμε τη "Λαμπρή" ("Splendens") με διπλά άνθη στο χρώμα της ζαφοράς και τη "Μεγανθή Μαντόνι" (Madoni Grandiflora") με διπλά λευκά άνθη. Το είδος αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμα και σε ζώνες με αρκετά δριμείς χειμώνες.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι πικροδάφνες καλλιεργούνται στο ύπαιθρο σε όλα τα εδάφη με κηπαίο χώμα σε ηλιόλουστες και προφυλαγμένες τοποθεσίες. Φυτεύονται τον Απρίλιο σαν μεμονωμένοι θάμνοι ή κατά ομάδες για να σχηματίσουν ανθισμένους φράκτες ή πυκνούς θυσάνους.
Τα φυτά, που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο, φυτεύονται τον Μάρτιο σε μεγάλες γλάστρες, γεμάτες με μείγμα από κηπόχωμα, φυτόχωμα και τύρφη και διατηρούνται σε αεριζόμενες και καλά φωτισμένες θέσεις. Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, οι γλάστρες μεταφέρονται στο ύπαιθρο, ενώ το χειμώνα τοποθετούνται και πάλι στο θερμοκήπιο, όπου η ελάχιστη θερμοκρασία πρέπει να κυμαίνεται γύρω στους 5 ο C. Τα ποτίσματα πρέπει να είναι άφθονα κατά την περίοδο ανάπτυξης, ενώ το χειμώνα είναι αρκετή μια ελάχιστη υγρασία. Τα ενήλικα φυτά χρειάζονται ένα υγρό λίπασμα κάθε 15 μέρες από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο.

Πολλαπλασιασμός
Η πικροδάφνη μπορεί να πολλαπλασιαστεί με σπόρους, με μοσχεύματα ή με καταβολάδες. Η σπορά, που όμως χρησιμοποιείται, μάλλον σπάνια, γίνεται τον Απρίλιο, σε γλάστρες γεμάτες με το κατάλληλο μείγμα για σπόρους σε θερμοκρασία 18-20 ο C. Όταν τα μικρά φυτά μεγαλώσουν αρκετά, μεταφυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 8 εκ. γεμάτες με μείγμα από φυτόχωμα, τύρφη και άμμο. Διατηρούνται σε θερμοκήπιο σε θερμοκρασία 13-16 ο C. Τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται σε ολοένα μεγαλύτερες γλάστρες μέχρι την οριστική τους φύτευση σε δοχεία διαμέτρου 25-30 εκ. Αν θέλετε να τα φυτέψετε στο ύπαιθρο, θα πρέπει να τα προσαρμόσετε στις νέες συνθήκες, βάζοντάς τα να δυναμώσουν μέσα σε ψυχρό κασόνι ως τα τέλη Απριλίου του επόμενου έτους.
Τα μοσχεύματα ετοιμάζονται τον Ιούνιο - Ιούλιο: είναι τμήματα από ημιώριμους βλαστούς (μήκους 5-8 εκ.) που φυτεύονται σ' ΄ένα μείγμα τύρφης και άμμου σε ίσα μέρη σε θερμοκρασία 16-18 ο C: όταν ριζώσουν μεταφυτεύονται ένα ένα σε γλάστρες διαμέτρου 8 εκ. γεμάτες μ' ένα μείγμα από φυτόχωμα, τύρφη και άμμο και καλλιεργούνται όπως τα φυτά που προέρχονται από σπόρο. Τέλος, οι καταβολάδες ετοιμάζονται την άνοιξη.

Κλάδεμα
Όλα τα φυτά χρειάζονται μετά την ανθοφορία κανονικό κλάδεμα. Η εργασία αυτή συνίσταται στην επιβράχυνση όλων των ανθοφόρων κλαδιών στο μισό του μήκους τους. Επίσης όλα τα πλευρικά κλαδιά κόβονται σε απόσταση 10 εκ.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Το τυπικό παράσιτο των φυτών αυτών είναι το κοκκοειδές (ψώρα) της πικροδάφνης, που προσβάλλει τα φύλλα και προκαλεί την εμφάνιση στρογγυλωπών, λευκών ή γκρίζων "λεπιών". Επίσης η παρουσία του παράσιτου αυτού προκαλεί εύκολα την ανάπτυξη καπνιάς. Η καταπολέμηση γίνεται με εντομοκτόνα, που έχουν σαν βάση τους φωσφορικούς εστέρες, καθώς και με μηχανικά μέσα που εξαλείφουν τα κηρώδη ασπίδια προστασίας των κοκκοειδών.

Κυριαζή Μαρία, Γεωπόνος Τ.Ε.,
Msc in Horticulture Crop Protection (Φυτοπροστασία),
Ειδίκευση στην Ελαιοκομία,
Υπεύθυνος Γεωπόνος Φυτώρια Δέλτα – Delta Trees ΕΠΕ