• arxiki_pic_101.jpg
  • arxiki_pic_102.jpg
  • arxiki_pic_103.jpg
  • arxiki_pic_104.jpg
  • arxiki_pic_105.jpg
  • arxiki_pic_106.jpg
  • arxiki_pic_107.jpg
  • arxiki_pic_108.jpg
  • arxiki_pic_109.jpg
  • arxiki_pic_115.jpg
  • arxiki_pic_120.jpg
  • arxiki_pic_123.jpg

 

RobiniaΡοβινία-Ροβίνια (Robinia)
Γαλλ. Robinier, Acacia η Faux Acacia, Αγγλ. Locust-Tree
Οικογένεια : Ψυχανθή ή Παπιλιονίδες (Papilionaceae)
Κοινά ονόματα : ακακία, σαλκίμι (Β.Ελλάδα), ψευδακακία

Γένος που περιλαμβάνει 20 είδη δέντρων και θάμνων φυλλοβόλων πολύ ανθεκτικών κα διακοσμητικών. Οι ροβινίες μπορούν να φτιάξουν σε ύψος 25μ και έχουν συνήθως όρθιο και λυγερό κορμό με διάμετρο 80περίπου εκατ.
Οι διακλαδώσεις πολύ μικρότερων διαστάσεων είναι συνεστραμμένες και γωνιώδεις ενώ η κόμη παρουσιάζεται ασύμμετρη και όχι πυκνή. Τα φύλλα είναι περιττόληκτα πτερωτά και αποτελούνται από 7 ως 21 μικρά ωοειδή φυλλάρια με ακέραιες παρυφές και υποκύανο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και ωχροπράσινο στην κάτω. Οι παραφυάδες και τα νεαρά δενδρύλλια είναι εφοδιασμένα με σκληρά και μυτερά αγκάθια (που στην πραγματικότητα είναι μεταμορφωμένα παράφυλλα) τα οποία όμως μπορούν να παραμείνουν για αρκετά χρόνια πάνω στο δέντρο με αποτέλεσμα να καθιστούν δύσκολη τη χρησιμοποίηση των κορμών και των κλαδιών.

Τα λουλούδια συνήθως άσπρα και πολύ αρωματικά είναι ενωμένα σε μακριούς κρεμάμενους βότρεις που ανοίγουν από τον Μαίο ως τον Ιούλιο. Είναι πολύ πλούσια σε νέκταρ γι αυτό και τα επισκέπτονται οι μέλισσες που παράγουν ένα μέλι (αρκετά καλό αν είναι αγνό) ρευστό, διάφανο και αρωματικό. Οι καρποί σχηματίζονται μετά την ανθοφορία είναι σκουρόχρωμοι, συμπιεσμένοι και δερματώδεις λοβοί μήκους 5-10 εκατ που περιέχουν 10 περίπου μικρούς, μαύρους, γυαλιστερούς σπόρους.
Εισήχθη κατά τον (Π. Γ. Γεννάδιο Λεξικόν φυτολογικόν σελίς 829), στην Ευρώπη το 1637 από τον Γάλλο Robin τότε Διευθυντή του Jardin des Plantes στο Παρίσι.

Είδη και ποικιλίες
Ροβινία η τριχωτή η χνοώδης (Robinia hispida). Θαμνώδες είδος που είναι γνωστό και σαν ροζ ακακία που κατάγεται από τη Φλόριντα και τη Βιρτζίνια. Έχει μακριά και εύθραυστα κλαδιά σκεπασμένα μ ένα σκληρό, κοκκινωπό χνούδι. Τα φύλλα αποτελούνται από 10-15 φυλλάρια ενώ τα λουλούδια μεγάλα και ενωμένα σε μακριούς, μασχαλιαίους βότρεις έχουν φωτεινό ροζ χρώμα.
Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε τη «Γόνιμη»(Fertillis) με έντονα ροζ λουλούδια. Τη Γόνιμη- Μνημείο (Fertilis Monument) με κλαδιά σε σχήμα πυραμίδας και ροζ –λιλά λουλούδια . Τη Μεγανθή (Grandflora) με πολύ μεγάλα ροζ λουλούδια και τη Μακρόφυλλη (Macriphylla) με γρήγορη ανάπτυξη.

Ροβινία η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia). To είδος αυτό που κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές των Η.Π.Α. έχει μια εκπληκτική διάδοση στην Ευρώπη όπου βρήκε ένα κλίμα ακόμα πιο ευνοϊκό απ'ότι στους τόπους της καταγωγής του. Προσαρμόστηκε τόσο πολύ στα κλίματα της Ευρώπης ώστε σήμερα μπορεί να το βρεί κανείς σε διάφορα μέρη ακόμα και σαν ζιζάνιο. Επίσης έχει διαδοθεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στη βόρεια Αφρική και στις εύκρατες ζώνες της Ασίας. Φτάνει σε ύψος 20-25μ και έχει όρθιο κορμό, καστανόχρωμο φλοιό με βαθιές σχισμές και αγκαθωτά κλαδιά. Τα φύλλα αποτελούνται από 17-23 ωοειδή φυλλάρια ενώ τα λουλούδια άσπρα και αρωματικά είναι ενωμένα σε βότρεις. Από το είδος αυτό προέρχονται οι ποικιλίες όπως η Μπεσονιάνα (Bessoniana) με συμπαγή σφαιρική κόμη και μικρά αγκάθια η Ντεκαισνεάνα (Decaisneana) εύρωστη με πλούσια ανθοφορία και χαριτωμένους βότρεις με ροζ λουλούδια η Μιμοζόφυλλος (Mimosaefolia) με εμφάνιση θάμνου και αργή ανάπτυξη, κλαδιά λεπτά ανοιχτά και πολύ λεπτά φύλλα η Πυραμιδοειδής (Pyramidallis) που μοιάζει σαν λεύκα χωρίς αγκάθια μάλλον εύθραυστη η Αειανθής (Semperflorens) εύρωστη σχεδόν χωρίς αγκάθια με άσπρα λουλούδια που διατηρούνται όλο το καλοκαίρι. Ιδιαίρερη ποικιλία είναι η σκιαδιοφόρος var. Umbraculifera με κόμη σφαιρική ελαφρά συμπιεσμένη πολυάριθμες διακλαδώσεις και χωρίς αγκάθια κατάλληλη για δεντροστοιχίες γνωστή στους από Κωνσταντινούπολη πρόσφυγες ως ομπρέλα ρεμοκλαδής ( var. Pendula ).

Άλλες ποικιλίες κατά τον Δ. Καββάδα (Βοτανικό Φυτολογικό Λεξικό σελίς 3420), είναι η Ροβίνια η Ουλρικιάνειος ( Urliciana), η Ούλη (Crispa), η Πορφυρά (Purpurea) και τέλος η Μονόφυλλη (Monophylla) που παρά το όνομα της τα φύλλα της αποτελούνται από 3 ή 5 περιττόληκτα φτερωτά φυλλάρια. Το είδος Robinia Pseudoacacia Casque Rouge είναι ίσως η ποικιλία με την ωραιότερη ανθοφορία με άνθη ροζ-μωβ χρώματος. Επίσης υπάρχουν και μερικές ποικιλίες που καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους όπως η Χρυσή (Aurea) με κίτρινα φύλλα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Η ροβίνια προσαρμόζεται εύκολα σε οποιοδήποτε έδαφος με εξαίρεση τα τυρφώδη και εκείνα που έχουν υπερβολικό ενεργό ασβέστιο. Αγαπάει τις προσήλιες θέσεις και είναι ανθεκτική στο κρύο. Η βλαστητική της περίοδος αρχίζει μάλλον αργά στα μέσα της ανοίξεως και αποβάλλει τα φύλλα της νωρίς το φθινόπωρο. Συνήθως δεν χρειάζεται ποτίσματα και αντέχει στην ξηρασία επειδή οι ρίζες της φτάνουν σε βάθος 7-8μ.

Πολλαπλασιασμός
Η εξαιρετικά μεγάλη ικανότητα της ροβινίας να βγάζει κλαδιά από τα κούτσουρα και παραφυάδες από τη ρίζα της επιτρέπει να πολλαπλασιάζεται μόνη της και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που είναι δύσκολο να ελέγξει κανείς την εξάπλωση της όταν βρεθεί σε κατάλληλο περιβάλλον. Μπορείτε να φυτέψετε παραφυάδες ή μοσχεύματα που τα έχετε τοποθετήσει για ριζοβόληση τον προηγούμενο χρόνο. Για τον πολλαπλασιασμό των ποικιλιών όμως χρησιμοποιείται συνήθως εμβόλιο με μάτι ή με εγκεντρισμό πάνω στο είδος Ροβινία ή ψευδοκακία που προέρχεται από σπόρο (ο εμβολιασμός γίνεται την άνοιξη ή τον χειμώνα)
Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε καλοδουλεμένο χώμα στα πεταχτά ή σε μικρούς λάκκους. Η ανάπτυξη των δενδρυλλίων είναι εξαιρετικά γρήγορη.

 

crataegusΚράταιγος (Crataegus)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaceae)
Κοινά ονόματα διάφορων ειδών αυτού του γένους:
μουρτζιά, τρικουκιά, μουμουτζελιά, κονδουμηλιά, μοσχοφιλιά

<< Πλήθει δε πολύ κραταιγός εστίν, οι δε κραταιγόνα καλούσιν, έχει δε το μέν φύλλων όμοιον μεσπίλη τετανόν, πλήν μείζον εκείνου και πλατύταιρον η προμηκέστερον, τον δε χαραγμόν ούκ έχον ώσπερ εκείνο, γίνεται δε το δέντρον ούτε μέγα λίαν ούτε παχύ, το δε ξύλον ποικίλον ισχυρόν ξανθόν έχει δε φλοιόν λείον όμοιον μεσπίλη μονόρριζον δ΄εις βάθος ως επί το πολύ, καρπόν δ΄έχει στρογγυλόν ηλίκον ο κότινος πεπαινόμενος δε ξανθύνεται και επιμελαίνεται κατά δε την γεύσιν και τον χυλόν μεσπιλώδες διόπερ οίον αγρία μεσπίλη δόξειεν αν είναι, μονοειδές δε και ουκ έχον διαφοράς >>. Θεόφραστος. Περί φυτών ιστορίας Γ΄ κεφ. XVI .

Ο κράταιγος είναι πολύ συνηθισμένο δέντρο. Μερικοί τον ονομάζουν κραταιγόνα. Τα φύλλα του είναι λεία, όπως της μεσπολιάς, αλλά μακρύτερα από εκείνης και το πλάτος τους είναι μεγαλύτερο από το μήκος τους, ενώ δεν είναι οδοντωτά όπως εκείνης. Το δέντρο δεν γίνεται πολύ ψηλό ούτε χονδρό το ξύλο του είναι διάστικτο, γερό και ξανθό έχει λείο φλοιό σαν της μεσπολιάς και συνήθως μία μόνο ρίζα, που πηγαίνει βαθιά. Ο καρπός είναι στρογγυλός και έχει το μέγεθος της άγριας ελιάς, καθώς ωριμάζει, γίνεται καστανωπός και μαυρίζει, ενώ στη γεύση και στο άρωμα μοιάζει με τον καρπό της μεσπολιάς, γι αυτό μοιάζει να είναι ένα είδος άγριας ποικιλίας αυτού του δέντρου. Υπάρχει μόνο ένα είδος και δεν παρουσιάζει διαφορές.
Κατά τους Σπρέγγελ και Φράας ο κράταιγος του Θεόφραστου πρέπει να αναφέρεται είς κράταιγον τον Αζαρόλον. ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 553 έτος 1914)
Γένος που περιλαμβάνει 200 είδη ανθεκτικών δέντρων και θάμνων. Είναι πολύ διαδομένα σ' ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαίτερα στις εύκρατες χώρες της βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας.

Έχουν αγκαθωτά κλαδιά και τα περισσότερα είδη είναι φυλλοβόλα (πολύ σπάνια ημιαειθαλή). Τα φύλλα ορισμένων ειδών παίρνουν το φθινόπωρο πολύ όμορφες αποχρώσεις. Τα λουλούδια τους, που σχεδόν πάντα εμφανίζονται την άνοιξη, είναι λευκά, ροζ ή κόκκινα, έχουν 5 πλατιά πέταλα και σχηματίζουν σύνθετους κορύμβους. Κατά το τέλος του καλοκαιριού – αρχές φθινοπώρου παράγουν στρογγυλωπούς καρπούς, που μοιάζουν με φουντούκια. Συνήθως έχουν ένα έντονο κόκκινο χρώμα και, μερικές φορές, μαύρο ή κίτρινο. Οι κράταιγοι είναι περιζήτητοι για το ωραίο τους φύλλωμα και την πλούσια ανθοφορία τους. Φυτεύονται μεμονωμένοι μέσα σε χλοοτάπητες πολλοί μαζί, κατά μήκος των δρόμων. Επίσης, αν φυτευτούν με τον κατάλληλο τρόπο. σχηματίζουν πυκνούς φυσικούς φράχτες. Ιδιαίτερα κατάλληλα γι' αυτή τη δουλειά είναι τα αγκαθωτά είδη, όπως: Κράταιγος ο οξύκανθος (Crataegus oxycantha) κοινώς μουρτζιά και ο Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna). Κατά κανόνα παρουσιάζουν αργή ανάπτυξη, αλλά όλα τα είδη είναι εξαιρετικά εύρωστα και ανθεκτικά στους καπνούς και τα καυσαέρια των πόλεων, καθώς και στους ανέμους. Εξάλλου προσαρμόζονται σχεδόν σε όλα τα εδάφη. Μερικά είδη όπως ο Κράταιγος ο αζαρόλος (Crataegus azarolus) και ο Crataegus texocoti, παράγουν καρπούς. Οι κράταιγοι χρησιμοποιούνται και σαν υποκείμενα για τον εμβολιασμό οπωροφόρων, όπως η αχλαδιά.

Είδη και ποικιλίες
Κράταιγος ο αζαρόλος (Crataegus azarolus), κοινώς κουδομηλιά (Κρήτη). Πρόκειται για οπωροφόρο δέντρο, που κατάγεται από τη Μικρά Ασία και τη βόρεια Αφρική. Φτάνει σε ύψος 5-8 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ. Έχει ωοειδή – σφηνοειδή, χνουδωτά φύλλα, με βαθιές εντομές, γκριζοπράσινο χρώμα και μικρό μίσχο. Τα λουλούδια, σε άσπρο χρώμα, εμφανίζονται ενωμένα σε κορύμβους και στη συνέχεια παράγουν ωοειδείς ή στρογγυλωπούς καρπούς, που μοιάζουν με μικρά μήλα, σε κίτρινο ή πορτοκαλοκόκκινο χρώμα. Πρόκειται για δέντρο εξαιρετικά ανθεκτικό.

Κράταιγος ο χρυσόκαρπος (Crataegus chrysocarpa). Φτάνει σε ύψος 5 μ. και παράγει λευκά λουλούδια και κόκκινους καρπούς. Η ποικιλία «Φοινικική» ("Phoenica") έχει μεγαλύτερους καρπούς.

Κράταιγος ο κοκκινωπός (Crataegus coccinea). Μικρό δενδρύλλιο που φτάνει σε ύψος και πλάτος 4-7 μ. Κατάγεται από τη βόρεια Αμερική. Έχει πολύ απλωτή «κόμη», αγκαθωτά κλαδιά και ωοειδή ή ρομβοειδή έλλοβα φύλλα, με οδοντωτές παρυφές. Το φύλλωμα, σε λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα, παίρνει το φθινόπωρο έντονες κόκκινες αποχρώσεις. Κατά τον Μάιο παρουσιάζει λευκά λουλούδια, που σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους (πλάτους 5-8 εκατ.) και στη συνέχεια παράγει στρογγυλωπούς, κόκκινους καρπούς.

Κράταιγος ο αλεκτωρόπληκτρος (Crataegus crus-galli). Το δενδρύλλιο αυτό, που κατάγεται από τη βορειοανατολική Αμερική, χαρακτηρίζεται και σαν δέντρο, επειδή συχνά παίρνει αρκετά μεγάλες διαστάσεις. Για την ακρίβεια, μπορεί να φτάσει σε ύψος 10 μ. και σε διάμετρο 4-7 μ. Έχει απλωτή «κόμη» με ακανόνιστα κι αγκαθωτά κλαδιά και ωοειδή, βαθυπράσινα φύλλα, με οδοντωτές παρυφές, που παίρνουν το φθινόπωρο ένα όμορφο κόκκινο χρώμα. Τον Ιούνιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε μεγάλους κορύμβους. Οι καρποί έχουν κόκκινο χρώμα και διατηρούντι ολόκληρο το χειμώνα. Το είδος αυτό χρησιμοποιείται συχνά για πυκνές περιφράξεις, γιατί τα αγκαθωτά κλαδιά του σχηματίζουν πραγματικά αδιαπέραστους φράχτες. Από τις πιο γνωστές ποικιλίες του είδους είναι η «Ιτεόφυλλη» ("Salicifolia"), εξαιρετικά διακοσμητική, χάρη στη λυγερή και κομψή της εμφάνιση.

Κράταιγος ο ξανθός (Crataegus flava). Είδος με πολύ μικρές διαστάσεις, λευκά λουλούδια και κίτρινους καρπούς. Σ' αυτό ανήκει και η ποικιλία «Λαβωτή» ("Labata").

Κράταιγος ο λείος (Crataegus laevigata). Θάμνος που κατάγεται από την Ευρώπη και μοιάζει με τον άγριο κράταιγο. Οι πιο διαδομένες ποικιλίες του είναι η «Πλήρης» ("Plena") με διπλά λευκά λουλούδια και η «Ερυθρή» ("Punicea") με ερυθρά λουλούδια.

Υβρίδιο Crataegus x lavallei. Το είδος αυτό, που ονομάζεται και Crataegus x carrierei, είναι ένα μικρό δέντρο που προέρχεται από τη διασταύρωση του Κράταιγου του αλεκτωρόπληκτρου (Crataegus crus-gallii) και του Κράταιγου του χνοώδους (Crataegus pubescens stipulata). Φτάνει σε ύψος 4-6 μ. και σε διάμετρο 3-4.5 μ. κι έχει πολλές αγκαθωτές διακλαδώσεις. Τα φύλλα του, σε ωοειδές – ελλειψοειδές σχήμα και λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα, διατηρούνται μέχρι τον Δεκέμβρη. Τα λουλούδια, που εμφανίζονται τον Μάιο – Ιούνιο, έχουν άσπρο χρώμα και σχηματίζουν όρθιους κορύμβους. Κατά τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο ωριμάζουν οι καρποί, που έχουν πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και διατηρούνται για πολύ καιρό.

Κράταιγος ο μεξικανικός (Crataegus mexicana). Δέντρο με αρκετά μεγάλες διαστάσεις, που παράγει μεγάλους εδώδιμους καρπούς.

Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna). Συμπαγής, αγκαθωτός θάμνος με πολλά κλαδιά, που είναι ιδιαίτερα διαδομένος στην Ευρώπη. Φτάνει σε ύψος 5-7 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ. Έχει έλλοβα φύλλα με οδοντωτές παρυφές και λαμπερό, ανοιχτοπράσινο χρώμα. Ανθίζει τον Μάιο. Τα λουλούδια, άσπρα και αρωματικά, σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους (5-8 εκατ.) που σκεπάζουν κυριοκεκτικά τα κλαδιά. Το φθινόπωρο παράγει κόκκινους καρπούς. Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αναφέρουμε: τη «Διανθή» ("Biflora") που στα ήπια κλίματα παρουσιάζει και δεύτερη ανθοφορία κατά τον Νοέμβριο – Μάρτιο, τη "Stricta" ή "Fastigata" με όρθιους βλαστούς, τη «Ρόδινη» ("Rosea") με ροζ ή κόκκινα, συχνά διπλά λουλούδια, και τη "Rubro Plena" που μοιάζει με την προηγούμενη.

Κράταιγος ο ανατολικός (Crataegus orientalis). Μεγάλος θάμνος ύψους 4 μ., με λευκά λουλούδια και άφθονους, εξαιρετικά διακοσμητικούς, ανοιχτοκόκκινους καρπούς. Συνήθως καλλιεργείται η ποικιλία «Αιματώδης» ("Sanguinea").

Κράταιγος ο οξυάκανθος (Crataegus oxyacantha). Το είδος αυτό είναι γνωστό και σαν Κράταιγος ο οξυανθοειδής (Crataegus oxyacanthoides) ή Κράταιγος ο λείος (Crataegus laevigata). Πρόκειται για αγκαθωτό θάμνο ή δενδρύλλιο, διαδομένο σ' όλη την Ευρώπη. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 2-8 μ. ενώ η διάμετρός του κυμαίνεται γύρω στο 1-15 μ. Έχει έλλοβα, ωοειδή, αναοιχτοπράσινα φύλλα και άσπρα λουλούδια, που ανοίγουν τον Μάιο ενωμένα σε κορύμβους, πλάτους 5-8 εκατ. Έχει ωοειδείς, ερυθρόχρωμους καρπούς, που ωριμάζουν το φθινόπωρο. Η διασταύρωση του είδους αυτού με τον

Κράταιγο το μονόγυνο (Crataegus monogyna) έχει δώσει διάφορα υβρίδια, από τα οποία αναφέρουμε τα εξής: «Χρυσή» ("Aurea") με κίτρινους καρπούς, "Coccinea Plena" ή "Paul's double scarlet thorn" με διπλά, άλικα λουλούδια, "Plena" με διπλά, λευκά λουλούδια, "Punicea" ή "Coccinea" με πορφυρά, μονά λουλούδια, Rosea" με απλά ροζ λουλούδια, και η "Rosea Pleno¬flore" με διπλά ρόδινα λουλούδια.

Κράταιγος ο ποδισκοφόρος (Crataegus pedicellata). Χαμηλό δέντρο ύψους 7-8 μ., με πολύ μακριά αγκάθια και πλατιά φύλλα. Έχει λευκά λουλούδια και ζωηρόχρωμους κόκκινους καρπούς. Η ποικιλία "Ellwangeria" έχει μικρότερες διαστάσεις από το τυπικό είδος.
Κράταιγος φαινόπυρος (Crataegus phoenopyrum). Μικρός θάμνος που δεν ξεπερνά σε ύψος τα 3 μ. Έχει αγκαθωτά κλαδιά, καρδιόσχημα φύλλα και άσπρα λουλούδια. Παράγει κόκκινους, πολύ διακοσμητικούς καρπούς, που διατηρούνται πάνω στο θάμνο ολόκληρο το χειμώνα.

Κράταιγος ο πτεροειδής (Crataegus pinnatifida). Φτάνει σε ύψος 6 μ. και εμφανίζει άφθονα, άσπρα λουλούδια. Δεν έχει αγκάθια. Η ποικιλία "Psilosa" παρουσιάζει όψιμη ανθοφορία.
Υβρίδιο Κράταιγος x προυνόφυλλος (Crataegus x prunifolia). Δέντρο που προέρχεται μάλλον από διασταύρωση του Κράταιγου του αλεκτωρόπληκτρου (Crataegus crus-galli) και του Κράταιγου του μακρανθού (Crataegus macracantha) ή του Κράταιγου του χυμώδους (Crataegus succulenta). Φτάνει σε ύψος 5-9 μ., ενώ η διάμετρος της «κόμης» του κυμαίνεται γύρω στα 4-6 μ. Έχει αγκαθωτά κλαδιά και συμπαγή εμφάνιση. Τα φύλλα του, ωοειδή και λαμπερά, παίρνουν το φθινόπωρο κοκκινωπές και πορτοκαλιές αποχρώσεις. Ανθίζει τον Ιούνιο. Τα λουλούδια του, σε άσπρο χρώμα, σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους πλάτους 5-8 εκατ. Παράγει ερυθρούς καρπούς, που διατηρούνται πάνω στο δέντρο μέχρι το χειμώνα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κράταιγοι δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με τη φύση του εδάφους. Ευδοκιμούν σε όλα τα εδάφη, είτε αυτά είναι άγονα και βραχώδη είτε υγρά και δροσερά. Επίσης αντέχουν πολύ, τόσο στην υγρασία όσο και στην ξηρασία. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της άνοιξης, σε μέρη προσήλια ή ελαφρά σκιαζόμενα. Κατά τη μεταφύτευση καλό θα είναι να προστίθεται στο έδαφος λίγο φυλλόχωμα. Επίσης αργότερα, όταν βλαστήσει το φυτό, είναι απαραίτητη η χορήγηση ενός υγρού λιπάσματος.

Πολλαπλασιασμός
Όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο. Μόλις ωριμάσουν οι καρποί μαζεύετε τους σπόρους και τους στρωματώνετε για 18 μήνες. Στη συνέχεια, κατά τον Φεβρουάριο-Μάρτιο, τους σπέρνετε στο ύπαιθρο.
Μερικά είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν και μ' εμβολιασμό. Τα είδη αυτά είναι ο Κράταιγος ο αζαρόλος (C. azarolus), ο Κράταιγος ο κόκκινος (C. coccinea), ο Crataegus lavallei και ο Crataegus x prinifolia. Ο εμβολιασμός γίνεται πάνω στον Κράταιγο τον αλεκτωρόπληκτρο ή στον Κράταιγο τον οξυάκανθο, με «κοιμώμενο οφθαλμό» κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο ή με κεντράδι, κατά τον Φεβρουάριο – Μάρτιο. Επίσης τα είδη Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna) και Κράταιγος ο οξυάκανθος (Crataegus oxyocantha) μπορούν να εμβολιαστούν πάνω στα τυπικά είδη, με κεντράδι, την άνοιξη ή με «μάτι» το καλοκαίρι.

Κλάδεμα
Γενικά οι κράταιγοι δεν έχουν ανάγκη από τακτικό κλάδεμα. Ωστόσο καλό θα είναι να τους κλαδεύει κανείς αρκετά συχνά, γιατί διαφορετικά παίρνουν ακανόνιστο σχήμα. Αντίθετα με τα μεμονωμένα δέντρα, τα είδη που χρησιμοποιούνται για να σχηματίζουν φυσικούς φράχτες πρέπει να κλαδεύονται τακτικά, από τον Ιούλιο μέχρι τον Μάρτιο. Μερικές φορές τα δέντρα παρουσιάζουν μια απογύμνωση στο κάτω μέρος τους, οπότε καλό είναι να κλαδεύονται «αυστηρά» στη βάση, σε μικρό χρονικό διάστημα, γιατί έτσι αναπτύσσονται νέοι και εύρωστοι βλαστοί. Στον Κράταιγο τον αζαρόλο (C. azarolus) η βλάστηση έχει την τάση να μετατοπίζεται προς τις άκρες των κλαδιών, γι'αυτό και πρέπει να γίνονται τακτικά κλαδέματα επιστροφής.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Πολλές ασθένειες προσβάλλουν τα δέντρα του γένους αυτού. Η βακτηρίωση προσβάλλει τα λουλούδια, που μαραίνονται και μαυρίζουν και τα κλαδιά, που σιγά-σιγά ξεραίνονται. Η καταπολέμηση γίνεται με ψεκασμούς (με χαλκούχα μυκητοκτόνα φάρμακα), αλλά το καλύτερο είναι να επιδιώκεται η πρόληψη της ασθένειας. Για να εμποδίσετε την εξάπλωσή της θα πρέπει ν' απολυμαίνετε τα νεαρά, κυρίως, δενδρύλλια και να καλλιεργείτε ορθολογικά τα μεγάλα δέντρα.
Άλλη ασθένεια αρκετά διαδομένη είναι η σηψιρριζία, που προκαλεί την ταχεία αποξήρανση του δέντρου. Επειδή η καταπολέμηση της ασθένειας αυτής είναι δύσκολη (σχεδόν αδύνατη), γι' αυτό καλύτερα να ξεριζώνετε τα άρρωστα δέντρα και, στη συνέχεια, ν' απολυμαίνετε το έδαφος με διάλυμα φορμόλης, σε ποσοστό 2%.
Επίσης οι κράταιγοι προσβάλλονται και από το ωίδιο, που προκαλεί την εμφάνιση μιας άσπρης σκόνης πάνω στα φύλλα. Καταπολεμάται με θειούχα φάρμακα. Επίσης μια αρκετά διαδομένη ασθένεια είναι η σκωρίαση, που προσβάλλει τους νεαρούς, κυρίως, βλαστούς και εκδηλώνεται με τη μορφή πορτοκαλοκίτρινων φλυκταινών πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς. Η καταπολέμηση γίνεται με χαλκούχα μυκητοκτόνα ή με φάρμακα που περιέχουν ψευδάργυρο.

 

SorbosΣόρβος η Σουρβιά (Sorbus)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaeae)
Συνώνυμο: Όα η Όη η Ούη
Κοινά ονόματα: Σουρπιά, Σκαρούσα, Σκαρουχιά, Ούβα,
Αυγαριά (Εύβοια), Τροκκιά, Αγριομηλιά, Αγριοκυδωνιά
Αγγλιστί. Service-Tree, Γαλλιστί. Sorbier

Τῶν δ᾽ οἰῶν δύο γένη ποιοῦσι, τὸ μὲν δὴ καρποφόρον θῆλυ τὸ δὲ ἄρρεν ἄκαρπον· οὐ τὴν ἀλλὰ διαφέρουσι τοῖς καρποῖς, τῷ τὰς μὲν στρογγύλον τὰς δὲ προμήκη τὰς δ᾽
ὠοειδῆ φέρειν. διαφέρουσι δὲ καὶ τοῖς χυλοῖς· ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πᾶν εὐωδέστερα καὶ γλυκύτερα τὰ στρογγύλα, τὰ δ᾽ ὠοειδῆ πολλάκις ἐστὶν ὀξέα καὶ ἧττον εὐώδη. φύλλα δ᾽ ἀμφοῖν κατὰ μίσχον μακρὸν ἰνοειδῆ πεφύκασι στοιχηδὸν ἐκ τῶν πλαγίων πτερυγοειδῶς, ὡς ἑνὸς ὄντος τοῦ ὅλου λοβοὺς δὲ ἔχοντος ἐσχισμένους ἕως τῆς ἰνός· πλὴν διεστᾶσιν ἀφ᾽ ἑαυτῶν ὑπόσυχνον τὰ κατὰ μέρος· φυλλο- βολεῖ δὲ οὐ κατὰ μέρος ἀλλὰ ὅλον ἅμα τὸ πτερυγῶδες. εἰσὶ δὲ περὶ μὲν τὰ παλαιότερα καὶ μακρότερα πλείους αἱ συζυγίαι, περὶ δὲ τὰ νεώτερα καὶ βραχύτερα ἐλάττους, πάντων δὲ ἐπ᾽ ἄκρου τοῦ μίσχου φύλλον περιττόν, ὥστε καὶ πάντ᾽ εἶναι περιττά. τῷ δὲ σχήματι δαφνοειδῆ τῆς λεπτοφύλλου, πλὴν χαραγμὸν ἔχοντα καὶ βραχύτερα καὶ οὐκ εἰς ὀξὺ τὸ ἄκρον συνῆκον ἀλλ᾽ εἰς περιφερέστερον. ἄνθος δὲ ἔχει βοτρυ- ῶδες ἀπὸ μιᾶς κορύνης ἐκ πολλῶν μικρῶν καὶ λευκῶν συγκείμενον. καὶ ὁ καρπὸς ὅταν εὐκαρπῇ βοτρυώδης· πολλὰ γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτῆς κορύνης, ὥστ᾽ εἶναι καθάπερ κηρίον. σκωληκόβορος ἐπὶ τοῦ δένδρου ὁ καρπὸς ἄπεπτος ὢν ἔτι γίνεται μᾶλλον τῶν μεσπίλων καὶ ἀπίων καὶ ἀχράδων· καίτοι πολὺ στρυφνότατος. γίνεται δὲ καὶ αὐτὸ
τὸ δένδρον σκωληκόβρωτον καὶ οὕτως αὐαίνεται γηράσκον· καὶ ὁ σκώληξ ἴδιος ἐρυθρὸς δασύς. καρποφορεῖ δ᾽ ἐπιεικῶς νέα· τριετὴς γὰρ εὐθὺς φύει. τοῦ μετοπώρου δ᾽ ὅταν ἀποβάλῃ τὸ φύλλον, νεὐθὺς ἴσχει τὴν καχρυώδη κορύνην λιπαρὰν καὶ
ἐπωδηκυῖαν ὡσὰν ἤδη βλαστικόν, καὶ διαμένει τὸν χειμῶνα. ἀνάκανθον δέ ἐστι καὶ ἡ οἴη καὶ ἡ μεσπίλη· φλοιὸν δ᾽ ἔχει λεῖον ὑπολίπαρον, ὅσαπερ μὴ γεράνδρυα, τὴν δὲ χρόαν ξανθὸν ἐπιλευκαίνοντα· τὰ δὲ γεράνδρυα τραχὺν καὶ μέλανα. τὸ δὲ δένδρον εὐμέγεθες ὀρθοφυὲς εὔρυθμον τῇ κόμῃ· σχεδὸν γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ στροβιλοειδὲς σχῆμα λαμβάνει κατὰ τὴν κόμην, ἐὰν μή τι ἐμποδίσῃ. τὸ δὲ ξύλον στερεὸν πυκνὸν
ἰσχυρὸν εὔχρουν, ῥίζας δὲ οὐ πολλὰς μὲν οὐδὲ κατὰ βάθους, ἰσχυρὰς δὲ καὶ παχείας καὶ ἀνω- λέθρους ἔχει. φύεται δὲ καὶ ἀπὸ ῥίζης καὶ ἀπὸ παρασπάδος καὶ ἀπὸ σπέρματος· τόπον δὲ ζητεῖ ψυχρὸν ἔνικμον, φιλόζωον δ᾽ ἐν τούτῳ καὶ δυσώλεθρον· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ φύεται ἐν τοῖς ὄρεσιν. ( Θεόφραστος περί φυτών ιστορίας Γ΄ΧΙΙ )

Γένος που περιλαμβάνει γύρω στα 100 είδη φυλλοβόλων δέντρων και θάμνων, τα οποία απαντούν αυτοφυή στα εύκρατα κλίματα του βόρειου ημισφαίριου. Σχεδόν όλα τα είδη έχουν φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από φυλλάρια διάφορων σχημάτων και συχνά παίρνουν, κατά το φθινόπωρο, ωραιότατες κίτρινες, πορτοκαλιές, κόκκινες ή άλικες αποχρώσεις. Ανθίζουν προς το τέλος της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού. Τα λουλούδια, που έχουν συνήθως άσπρο χρώμα και μοιάζουν πολύ με τα λουλούδια του κράταιγου, εμφανίζονται ενωμένα σε κορύμβους. Τα είδη αυτά παράγουν εξαιρετικά διακοσμητικούς καρπούς, που έχουν στρογγυλό ή απιοειδές σχήμα, καθώς και λευκό, κίτρινο, πορτοκαλί, ροζ ή κόκκινο χρώμα. Πολλά από τα δέντρα αυτά είναι ανθεκτικά στα καυσαέρια και γενικά στη μόλυνση της ατμόσφαιρας, πράγμα που τα καθιστά κατάλληλα για τους κήπους των πόλεων.

Είδη και ποικιλίες
Σόρβος η αρία (Sorbus aria). Αγγλιστί. White Beam-Tree, Γαλλιστί. Alisier, Allouchier η Drouillier. Θαμνώδες ή δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Ευρώπη. Ευδοκιμεί τόσο στις ορεινές όσο και στις πεδινές περιοχές και αναπτύσσεται σε ύψος 6-8 μ. ενώ η «κόμη» του φτάνει σε διάμετρο 4-5 μ. Τα φύλλα του απλά, ωοειδή ή επιμήκη, έχουν διπλά πριονωτές παρυφές, είναι λεία και βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια, ενώ στην κάτω υπόλευκα και χνουδωτά. Παρουσιάζει υπόλευκα λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους, και στη συνέχεια παράγει στρογγυλούς καρπούς με άλικο χρώμα, που ωριμάζουν κατά το Σεπτέμβριο. Οι καρποί είναι βρώσιμοι και έχουν υπόγλυκη γεύση. Στο είδος αυτό υπάγονται οι ποικιλίες: "Lutescens" με ορθοφυή ανάπτυξη και φύλλα που σε νεαρή ηλικία έχουν υπόλευκο χρώμα, "Decaisneana" και "Majesuca" που τα φύλλα και τα λουλούδια τους είναι μεγαλύτερα από του τυπικού είδους.

Σόρβος των πτηνών η των ορνιθοθηρών (Sorbus aucuparia). Αγγλιστί. Mountain Ash η Rowan -Tree, Γαλλιστί. Sorbier des oiseleurs. Πολύ διαδομένο δεντρώδες είδος, που κατάγεται από τη δυτική Ασία και την Ευρώπη. Συχνά έχει πολλαπλό κορμό και φτάνει σε ύψος τουλάχιστον 10-12 μ. και σε διάμετρο 4-5 μ. Τα φύλλα του, σύνθετα και περιττόληκτα φτερωτά, αποτελούνται από οδοντωτά φυλλάρια που έχουν τεφρό χρώμα στην κάτω επιφάνεια και παίρνουν κατά το φθινόπωρο κίτρινες και πορτοκαλιές αποχρώσεις. Τα λουλούδια του, που εμφανίζονται ενωμένα σε μεγάλους κορύμβους, έχουν άσπρο χρώμα και καμπυλωτό κάλυκα. Οι καρποί του, που παρουσιάζουν σφαιρικό σχήμα και πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, ωριμάζουν τον Αύγουστο.
Υπάρχουν πολλές ποικιλίες που διαφέρουν από το τυπικό είδος ως προς την εμφάνιση του φυλλώματος και των καρπών. Αναφέρουμε την "Aspleniifolia", που έχει χνουδωτά και οδοντωτά φύλλα με έντονη διαίρεση, τη "Dirkenii" με κίτρινα φύλλα, την "Edulis" και την "Beissneri" με πολύ μεγάλους καρπούς, τη "Xanthocarpa" με πορτοκαλοκίτρινους καρπούς, την "Pendula" με άτακτες διακλαδώσεις που γέρνουν προς τα κάτω και τη "Fastigiata" με διακλαδώσεις που αναπτύσσονται πολύ κοντά στον κύριο κορμό και γι' αυτό η «κόμη» δεν είναι πολύ απλωτή.

Σόρβος ο καλόνευρος (Sorbus caloneura). Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Κίνα και ξεπερνά το ύψος των 6 μ. Έχει λείες διακλαδώσεις και ελλειπτικά φύλλα, με πολύ εμφανείς νευρώσεις. Παρουσιάζει άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε ταξιανθίες, και παράγει επιμήκεις, καστανόχρωμους καρπούς, που παραμένουν για μεγάλο διάστημα πάνω στο δέντρο.

Σόρβος ο κασμιριανός (Sorbus cashmiriana). Θάμνος ή δενδρύλλιο που κατάγεται από το Κασμίρ και αναπτύσσεται σε ύψος 6-7 μ. Έχει σύνθετα φύλλα και ωχρορόδινα λουλούδια, ενωμένα σε κρεμάμενους κορύμβους. Παράγει άσπρους, σφαιριούς καρπούς με ροζ αποχρώσεις, που ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο και παραμένουν για μεγάλο διάστημα πάνω στο δέντρο.

Σόρβος ο ετερόχρους (Sorbus discolor). Κατάγεται από την Κίνα και έχει σύνθετα φύλα που αποτελούνται από λογχοειδή φυλλάρια και παίρνουν το φθινόπωρο εξαιρετικά διακοσμητικές αποχρώσεις. Οι καρποί του είναι μικροί και έχουν λευκό ή κίτρινο χρώμα.

Σόρβος ο ήμερος (Sorbus domesticia). Κοινώς αυγαριά. Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από τη νότια Ευρώπη και αναπτύσσεται σε ύψος 10-15 μ. και σε διάμετρο 7-8 μ. Είναι πολύ εύρωστο και μακρόβιο δέντρο, μπορεί να ζήσει μέχρι 300-400 χρόνια. Έχει πασσαλώδεις ρίζες, στρογγυλωπή «Κόμη» και σύνθετα, περιττόληκτα φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από ωοειδή ή λογχοειδή φυλλάρια, πριονωτά προς την κορυφή και χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια. Ανθίζει τον Μάιο. Τα λουλούδια έχουν άσπρο χρώμα και σχηματίζονται πάνω στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου, ενωμένα σε κορύμβους. Οι καρποί, που ωριμάζουν το Σεπτέμβριο, έχουν στρογγυλό ή απιοειδές σχήμα και κίτρινο – κοκκινωπό χρώμα, που αργότερα γίνεται καστανοκόκκινο. Μερικές φορές το είδος αυτό καλλιεργείται για τους βρώσιμους καρπούς του, που όμως, επειδή είναι πολύ πλούσιοι με τανίνη, πρέπει να υποστούν προηγουμένως μια ειδική επεξεργασία (υπερ-ωρίμανση).

Σόρβος ο χουπεχένσειος (Sorbus hupehensis). Θάμνος ή δέντρο, που κατάγεται από την Κίνα και αναπτύσσεται σε ύψος 5-7 μ. και σε διάμετρο 3-5 μ. Τα φύλλα του σχηματίζονται από 13-17 γαλαζοπράσινα φυλλάρια, που το φθινόπωρο παίρνουν πορτοκαλιές ή κόκκινες αποχρώσεις. Παράγει λευκά λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους και λευκούς ή ροζ καρπούς.

Σόρβος το υβρίδιο (Sorbus hybrida). Το δέντρο αυτό κατάγεται από τις Σκανδιναβικές χώρες και αναπτύσσεται σε ύψος 7-8 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ. Έχει ωοειδή φύλλα που η βάση τους διαιρείται σε 4-6 επιμήκη φυλλάρια, σκεπασμένα με τεφρό χνούδι στην κάτω επιφάνεια. Παράγει υπόλευκα λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους, και καρπούς με λαμπερό κόκκινο χρώμα, που ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο. Η ποικιλία "Joseph Rock" παράγει σφαιρικούς, ανοιχτοκίτρινους καρπούς.

Σόρβος ο ενδιάμεσος (Sorbus intermedia). Κατάγεται από την Ευρώπη και έχει χαρακτηριστικούς ιξώδεις βλαστούς, που σκεπάζονται από χνουδωτά «λέπια». Τα φύλλα του, σφηνοειδή και τεφρά, έχουν οδοντωτές παρυφές και οι καρποί του πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.

Σόρβος x πλατύφυλλος (Sorbus x latifolia). Αποτελεί διασταύρωση των ειδών Σόρβος η Αρία (S. aria) και Σόρβος ο δυσεντερικός (S. torminalis) και απαντά αυτοφυές στην κεντρική Ευρώπη. Πρόκειται για δέντρο με κωνική «κόμη» και απλά, ωοειδή φύλλα, γκρίζα και χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια. Παράγει υπόλευκα λουλούδια και καστανέρυθρους καρπούς.

Σόρβος ο σαργεντιανός (Sorbus sargentiana). Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Κίνα και αναπτύσσεται σε ύψος 5-8 μ. και σε διάμετρο 4-5 μ. Έχει πυραμιδοειδή εμφάνιση και μεγάλα ιξώδη «μάτια», με καστανέρυθρο χρώμα. Τα φύλλα του αποτελούνται από 7-11 φυλλάρια, που έχουν ανοιχτοπράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια, ενώ το φθινόπωρο γίνονται κατακόκκινα. Τα λουλούδια του είναι λευκά και ενωμένα σε κορύμβους, ενώ οι καρποί του έχουν πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και ωριμάζουν το Σεπτέμβριο.

Σόρβος ο δυσεντερικός η αντιδυσεντερικός (Sorbus torminalis). ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 720 έτος 1914). Εξαιρετικά μακρόβιο θαμνώδες ή δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Ευρώπη και φτάνει σε ύψος 3-5 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ. Έχει ωοειδή ή καρδιόσχημα φύλλα, με ευδιάκριτους λοβούς και φωτεινό πράσινο χρώμα στην επάνω επιφάνεια. Τα λουλούδια του είναι λευκά και ενωμένα σε κορύμβους, οι καρποί έχουν ελλειπτικό ή ωοειδές σχήμα και κίτρινο – κοκκινωπό χρώμα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα δέντρα αυτά καλλιεργούνται εύκολα και χρησιμοποιούνται για τη διακόσμηση των κήπων. Χρειάζονται έδαφος με καλή αποστράγγιση και προσήλιο ή ελαφρά σκιαζόμενο μέρος. Φυτεύονται στην οριστικιή τους θέση κατά το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Πολλά είδη είναι ανθεκτικά στις χαμηλές θερμοκρασίες και στα ορεινά κλίματα, όπως για παράδειγμα ο Σόρβος ο ήμερος (Sorbus domestica), που χρειάζεται επίσης δροσερά και βαθιά εδάφη.

Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με τους σπόρους που περιέχουνται μέσα στους καρπούς. Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο, σε κασόνι ψυχρού υποστρώματος ή στο ύπαιθρο, σε γαβάθες που περιέχουν ένα μείγμα κατάλληλο για σπόρους. Μετά από ένα χρόνο, κατά τον Οκτώβριο, τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο, όπου καλλιεργούνται για 2-4 χρόνια και μετά φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Το είδος Σόρβος ο ήμερος (S. domestica) πολλαπλασιάζεται με παραφυάδες.

 

SophoraΣοφόρα (Sophora)
Οικογένεια: Ψυχανθή ή Παπιλιονίδες (Papilionaceae)

Γένος που περιλαμβάνει 50 είδη δεντρωδών ή θαμνωδών φυτών, τα οποία μπορεί να είναι ανθεκτικά ή ευαίσθητα, αειθαλή ή φυλλοβόλα και, μερικές φορές, αγκαθωτά. Τα φύλλα τους, εναλλασσόμενα και περιττόληκτα φτερωτά, μερικές φορές φέρουν δύο μικρά παράφυλλα, που σχηματίζονται συνήθως από δύο αντίθετα φυλλάρια. Τα λουλούδια εμφανίζονται ενωμένα σε επάκριες ή μασχαλιαίες βοτρυοειδείς ή φοβοειδείς ταξιανθίες, που συχνά περιβάλλονται από βράκτεια. Οι κάλυκες των λουλουδιών έχουν σχήμα καμπανούλας ή μικρού κύπελλου. Οι καρποί είναι λοβοί, μάλλον επιμήκεις, χοντροί και σαρκώδεις. Σε ορισμένα είδη οι λαβοί φέρουν στενώσεις, που τους υποδιαιρούν σε άρθρα, τα οποία μερικές φορές είναι εφοδιασμένα με πτερύγια.

Είδη και ποικιλίες
Σοφόρα η ιαπωνική (sophora japonica). Pagoda Tree. Το είδος αυτό, που κατάγεται από την Κίνα, την Κορέα και την Ιαπωνία, ήρθε στην Ευρώπη κατά τον 8ο αιώνα. Πρόκειται για δέντρο ύψους 6-12 μ. (μπορεί να φτάσει και τα 25 μ.) με πλατιά και πυκνή στρογγυλή «κόμη» (διαμέτρου 5-10 μ.). Ο κορμός του, κυλινδρικός και ευθύς, περιβάλλεται από φλοιό με αβαθείς, επιμήκεις ρωγμές. Τα φύλλα είναι περιττόληκτα φτερωτά και αποτελούνται από 9 ή 13 ωοειδή φυλλάρια, λεία και ζωηρά πράσινα στην επάνω επιφάνεια και στην κάτω γλαυκά και ελαφρώς χνουδωτά. Μοιάζουν πολύ με τα φύλλα της ροβινίας (ψευδακακίας) μόνο που δεν έχουν αγκάθια. Το καλοκαίρι παρουσιάζει λευκά – υποκίτρινα λουλούδια, ενωμένα σε αραιές κρεμασμένες βοτρυοειδείς ταξιανθίες. Κατά το φθινόπωρο παράγει πράσινους σαρκώδεις λοβούς, που περιέχουν 1-5 νεφροειδείς σπόρους. Από το είδος αυτό έχουν δημιουργηθεί και ποικιλίες με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά (κλαίουσες) και ποικιλίες με φύλλα διάστικτα με λευκές κηλίδες.

Σοφόρα η μικρόφυλλος (sophora microphylla). Γνωστή και σαν Σοφόρα η τετράπτερος μικρόφυλλος (S. tetraptera microphylla), το είδος αυτό κατάγεται από τη Νέα Ζηλανδία και αναπτύσσεται σε ύψος 2-3 μ. Πρόκειται για θάμνο ή μικρό δέντρο με λεπτά, γωνιώδη κλαδιά και περιττόληκτα φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από πολυάριθμα, μικρά, ωοειδή φυλλάρια. Τα λουλούδια του έχουν κίτρινο χρώμα και εμφανίζονται ενωμένα σε κρεμάμενες, βοτρυοειδείς ταξιανθίες. Ανθίζει κατά τον Απρίλιο – Μάιο. Οι λοβοί υποδιαιρούνται σε άρθρα, από τα οποία το καθένα είναι εφοδιαμένο με πτερύγια.

Σοφόρα η χνοώδης (Sophora pubescens). Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών βοτανολόγων, το είδος αυτό είναι ποικιλία της Σοφόρας της ιαπωνικής. Πρόκειται για δέντρο με στρογγυλή «κόμη» και όρθια κλαδιά. Τα λουλούδια του έχουν λευκορόδινο χρώμα, έντονο βιολετί στην ποικιλία "Violaceae" και εμφανίζονται ενωμένα σε μεγάλες φόβες.

Σοφόρα η δευτερανθής (sophora secundiflora). Αειθαλές είδος που κατάγεται από το Μεξικό. Έχει χαρακτηριστικά δερματώδη φύλλα και βιολετιά λουλούδια, ενωμένα σε επάκριες φόβες.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι σοφόρες φυτεύονται κατά τον Μάρτιο – Απρίλιο σε καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη και σε μέρη προσήλια και προφυλαγμένα. Το είδος Σοφόρα η ιαπωνική (S. japonica) που είναι και το πιο διαδομένο, ευδοκιμεί σε γόνιμα, βαθιά και ελαφρά ασβεστώδη εδάφη, αλλά όχι σε αργιλώδη.

Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο κατά τον Μάρτιο – Απρίλιο σε κασόνια ή σε ψυχρό θερμοκήπιο. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται ένα-ένα σε γλάστρες και στη συνέχεια σε φυτώρια, όπου και παραμένουν για 2-3 χρόνια πριν να φυτευθούν στην οριστική τους θέση.