• arxiki_pic_101.jpg
  • arxiki_pic_102.jpg
  • arxiki_pic_103.jpg
  • arxiki_pic_104.jpg
  • arxiki_pic_105.jpg
  • arxiki_pic_106.jpg
  • arxiki_pic_107.jpg
  • arxiki_pic_108.jpg
  • arxiki_pic_109.jpg
  • arxiki_pic_115.jpg
  • arxiki_pic_120.jpg
  • arxiki_pic_123.jpg

 

ALMYRIKIΑρμυρίκι (Tamarix)
Οικογένεια: Ταμαρικίδες (Tamaricaceae)
Συνώνυμο: Τάμαριξ (Tamarix)
Κοινά ονόματα: αρμυρίχια, μυρίγκες, αλμυρίκια, μέρικος (Κύπρος)

Γένος, που περιλαμβάνει 90 είδη ανθεκτικών, φυλλοβόλων θάμνων, οι οποίοι φυτρώνουν μόνοι τους στη δυτική Ευρώπη, τις μεσογειακές περιοχές και την ανατολική Ασία. Έχουν φύλλα μαλακά, πολύ μικρά, σχεδόν πάντα λεπιοειδή, που το ένα καλύπτεται εν μέρει από το άλλο, κατανεμημένα εναλλάξ, κατά μήκος των κλαδιών. Καλλιεργούνται για το ωραίο τους φύλλωμα και την πλούσια ανθοφορία τους. Τα άνθη είναι μικρά, λευκά ή ροζ, μερικές φορές κόκκινα, ενωμένα σε κυλινδρικούς βότρεις ή σε όρθιες φόβες. Ανθίζουν την άνοιξη ή το καλοκαίρι, ανάλογα με το είδος. Είναι θάμνοι, κατάλληλοι για να διακοσμήσουν κήπους, κυρίως σε παραλιακές περιοχές. Επίσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σχηματίσουν φράχτες, καθώς και ανεμοφράχτες.

Είδη και ποικιλίες
Τάμαριξ ο αφρικανός (Tamarix africana). Θάμνος καταγόμενος από τη βόρειο Αφρική και τη Μεσόγειο, που μοιάζει πολύ με το είδος Τάμαριξ η γιουνιπέρειος (Tamarix juniperina), με το οποίο συχνά συγχέεται. Αντίθετα μ' αυτό, όμως, δεν είναι πολύ ανθεκτικό σε κρύες περιοχές. Τα άνθη, σχεδόν άμισχα, σχηματίζουν την άνοιξη πυκνές βότρεις στα κλαδιά του προηγούμενου έτους.
Τάμαριξ ο γαλλικός (Tamarix gallica). Είδος καταγόμενο από τη Γαλλία και την Ιταλία, είναι το πιο διαδεδομένο στην Ευρώπη. Είναι ένας θάμνος αειθαλής ή ημιαειθαλής, που σε αυτοφυή κατάσταση το ύψος του φτάνει από 3 έως 8μ. Μερικές φορές, μπορεί αν γίνει ένα μικρό δέντρο, αλλά στην καλλιέργεια δεν ξεπερνά τα 4μ. Τα κλαδιά, λεπτά και με καστανέρυθρο φλοιό φέρουν μικρά, πρασινογάλανα ή γλαυκά και μερικές φορές στιλπνά πράσινα φύλλα. Τα άνθη λευκά, είναι συγκεντρωμένα σε πυκνές και κυλινδρικές βότρεις, που ανοίγουν από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο.
Τάμαριξ ο γιουνιπέρειος (Tamarix juniperina). Είναι ένα είδος καταγόμενο από την Κίνα, με φύλλα πολύ στενά, όμοια με του άρκευθου (γιουνίπερου), επιμήκη, λογχοειδή, σε βαθυπράσινο χρώμα. Τα άνθη, σε περισσότερο ή λιγότερο βαθύ ροζ, ανοίγουν τον Μάιο, σχηματίζοντας στενούς βότρεις πάνω στα κλαδιά προηγούμενου έτους.
Τάμαριξ ο μικρανθής (Tamarix parniflora). Αυτό το είδος, καταγόμενο από τη νοτιοανατολική Ευρώπη, έχει ύψος 4-6 μ. και μερικές φορές γίνεται δενδρύλλιο. Από μερικούς θεωρείται ένα υποείδος του Τάμαριξ του τετράνδρου (Tamarix tetrandra). Τα κλαδιά είναι λεπτά, με σκούρο πορφυρό φλοιό, που το χειμώνα τείνει προς το μαύρο. Τα φύλλα είναι ωοειδή με φωτεινό πράσινο χρώμα. Τα άνθη, ροζ, ενωμένα σε στενούς βότρεις, σε κλαδιά του προηγούμενου έτους, ανοίγουν τον Μάιο.
Τάμαριξ ο πέντανδρος (Tamarix pentandra). Γνωστό και σαν Τάμαριξ ο τριχωτός θερινός (Tamarix hispida aestivalis), αυτό το είδος, που κατάγεται από τη νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μικρά Ασία, φτάνει σε ύψος, περίπου, 5μ. Έχει λεπτά κλαδιά, που φέρουν μικρά λεπιοειδή, ανοιχτοπράσινα μέχρι γλαυκοπράσινα φύλλα, που το ένα καλύπτει το άλλο. Έχει πλούσια ανθοφορία από ροζ άνθη, συγκεντρωμένα σε μεγάλες φόβες πάνω στα κλαδιά του προηγούμενου έτους, που ανοίγουν τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο. Η ποικιλία "κόκκινος καταρράκτης" ("Pink Cascade") εμφανίζει πιο πλούσια ανθοφορία σε εντονότερο ροζ χρώμα, ενώ η ποικιλία "Ερυθρή" ("Rubra"), έχει ροζ κόκκινα άνθη και είναι κατάλληλη για να σχηματίζει φράκτες σε παραθαλάσσιες περιοχές.
Τάμαριξ ο τέτανδρος (Tamarix tetrandra). Είναι ένα είδος, καταγόμενο από τις μεσογειακές περιοχές, ύψους 3-4 μ. Τα κλαδιά, μακριά, λεπτά και κρεμάμενα προς τα κάτω, φέρουν λεπιοειδή φύλλα σε φωτεινό πράσινο χρώμα. Τα άνθη, σε ροζ ανοιχτό, συγκεντρωμένα σε βότρεις, ανοίγουν προς τον Απρίλιο - Μάιο στα κλαδιά του προηγούμενου έτους.

Τεχνική της καλλιέργειας
Όλα τα αρμυρίκια, που περιγράψαμε, είναι ανθεκτικά και αναπτύσσονται καλά σε κηπαίο χώμα, με καλή αποστράγγιση, αν και προτιμούν τα αμμώδη. Δεν αντέχουν σε ασβεστολιθικά ή σε βαριά και υγρά εδάφη. Θα τα βρείτε αυτοφυή σε άνυδρες περιοχές. Φυτεύονται τον Οκτώβριο ή τον Μάρτιο. Για να σχηματίσετε φράχτες φυτέψτε τα μικρά δενδρύλλια σε αποστάσεις 50 εκ. το ένα από το άλλο και φροντίστε να κόβετε κύρια κλαδιά σε ύψος 30 εκ. από το έδαφος. Κόβετε τα κλαδιά που σχηματίζονται, όταν φτάσουν σε μήκος περίπου 15 εκ. Κάθε χρόνο, μεταξύ Οκτωβρίου και Φεβρουαρίου, κλαδεύετε στους ανεπτυγμένους φράχτες, τα κλαδιά του ίδιου έτους ύψους 15 εκ. από τη βάση.

Πολλαπλασιασμός
Γίνεται με μόσχευμα: τον Οκτώβριο παίρνετε ξυλώδη μοσχεύματα μήκους 20-30 εκ. και τα φυτεύετε σε άμμο, σε φυτώριο. Μετά ένα χρόνο φυτεύετε τα μικρά δενδρύλλια στην οριστική τους θέση.

Κυριαζή Μαρία, Γεωπόνος Τ.Ε.,
Msc in Horticulture Crop Protection (Φυτοπροστασία),
Ειδίκευση στην Ελαιοκομία,
Υπεύθυνος Γεωπόνος Φυτώρια Δέλτα – Delta Trees ΕΠΕ

 

 

FRAGKOSTAFYLLOΦραγκοστάφυλο
Ριβήσιον ή Ρίβες (Ribes)
Οικογένεια: Σαξιφραγίδες (Saxifragaceae)
κοινό όνομα: λαγοκερασιά, γκροζέιγ
Το κόκκινο φραγκοστάφυλο ή φραγκοστάφυλο σε τσαμπιά (Ρίβες το ερυθρόν – R. rubrum) και το μαύρο (Ρίβες το μέλαν – Ribes nigrum) είναι θάμνοι που καλλιεργούνται για τα φρούτα τους (ράγες), που τρώγονται ωμά αλλά χρησιμοποιούνται και για την παρασκευή μαρμελάδων ή σιροπιών.
Τα φραγκοστάφυλα καλλιεργούνται, κυρίως, στις χώρες της βόρειας – κεντρικής Ευρώπης (Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία) που έχουν κλίμα υγρό και δροσερό, ενώ δύσκολα συναντιώνται σε πολύ ζεστά και ξηρά κλίματα. Στην Ελλάδα μπορούν να καλλιεργηθούν με επιτυχία σε ορεινά, δροσερά μέρη. Τα δύο είδη μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Πρόκειται για μικρούς θάμνους, ύψους 1.5-2 μ., με θυσανώδη εμφάνιση. Τα στελέχη, λεπτά και καστανόχρωμα, έχουν πολλά κλαδιά. Είναι φυτά φυλλοβόλα, με παλαμοειδή φύλλα. Τα λουλούδια, πρασινωπά ή κοκκινωπά, παρουσιάζονται ενωμένα σε μασχαλιαίους, κρεμάμενους βότρεις. Οι καρποί, που σχηματίζονται πάνω στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου, είναι κόκκινες, ροζ ή άσπρες ράγες (του Ρίβες του ερυθρού – Ribes rubrum) ή μαύρες και πιο χοντρές (του Ρίβες του μέλανος – Ribes nigrum). Έχουν όξινη γεύση και είναι πολύ πλούσια σε βιταμίνη C, μηλικό και κιτρικό οξύ. Ωριμάζουν στις αρχές του καλοκαιριού, νωρίτερα ή αργότερα, ανάλογα με την ποικιλία.
Τεχνική της καλλιέργειας
Το φραγκοστάφυλο καλλιεργείται σε όλα τα εδάφη, ακόμα και στα φτωχά αλλά όχι υπερβολικά ασβεστώδη, παρόλο που προτιμάει τα βαθιά και δροσερά χώματα. Φυτεύεται σε αποστάσεις 1-2 μ. στη διάρκεια του χειμώνα, μεταξύ Νοεμβρίου και Φεβρουαρίου, όταν οι κλιματολογικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, σε θέσεις εκτεθειμένες στο βοριά και εν μέρει σκιαζόμενες. Δεδομένου ότι όλες οι ποικιλίες του Ρίβες του ερυθρού (Ribes rubrum) είναι αυτόστειρες, θα πρέπει να φυτέψετε κοντά φυτά διάφορων ποικιλιών για να μπορεί να γίνει σταυρογονιμοποίηση.
Συνήθως, το φραγκοστάφυλο διαμορφώνεται σε θάμνο με κλαδιά που ξεκινούν απευθείας από το χώμα. Στους οικογενειακούς κήπους μπορούν να σχηματιστούν φράχτες, αποτελούμενοι από δέκα περίπου φυτά, ενώ στις βιομηχανικές καλλιέργειες φυτεύονται σε γραμμές, σε αποστάσεις 3 μ. μεταξύ των γραμμών, και 1.5 μ. πάνω στη γραμμή.
Πριν από το φύτεμα στην οριστική θέση, το έδαφος πρέπει να καλλιεργηθεί βαθιά και να λιπανθεί, με κοπριά και λιπάσματα με βάση το άζωτο, το φωσφόρο και το κάλιο. Η λίπανση, κυρίως η αζωτούχα, πρέπει να γίνεται και τα επόμενα χρόνια.
Μεγάλη σημασία έχει να διατηρείται το έδαφος καθαρό από τα ζιζάνια και πάντα υγρό. Για το σκοπό αυτό καλό θα είναι να το ποτίζετε όταν είναι ξερό και να το σκεπάζετε με τύρφη ή άλλα υλικά.
Οι καρποί συλλέγονται στη διάρκεια του καλοκαιρού. Η στιγμή της συγκομιδής καθορίζεται από το χρώμα του ποδίσκου που φέρει τους καρπούς: όταν γίνει ιώδης κάτω από τη ράγα, μπορείτε να τους μαζέψετε. Οι ώριμοι καρποί δεν διατηρούνται πολύ, γι' αυτό και πρέπει να καταναλώνονται μάλλον γρήγορα.
Πολλαπλασιασμός
Γίνεται με μόσχευμα ή παραφυάδες, που αποσπώνται από το μητρικό φυτό και ξαναφυτεύονται απευθείας στην οριστική τους θέση. Τα μοσχεύματα, μήκους περίπου 20 εκατ., λαμβάνονται κατά τη διάρκεια του χειμώνα από υγιή και εύρωστα κλαδιά και φυτεύονται σε κασόνια. Διατηρούνται στο ύπαιθρο, σε ξηρό μέρος, μέχρι την άνοιξη, οπότε φυτεύονται σε φυτώριο, έτσι που να μένουν 2-3 «μάτια» έξω από το χώμα. Στην οιριστική τους θέση φυτεύονται ύστερα από δύο περίπου χρόνια. Τα φυτά μπαίνουν σε καρποφορία δύο χρόνια μετά το οριστικό φύτεμά τους.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμόρφωσης. Το φραγκοστάφυλο διαμορφώνεται σε θάμνο, σε δενδρύλλιο ή σε γραμμικό σχήμα (σπαλλιέρα).
Για να σχηματιστεί ο θάμνος, που είναι το πιο διαδομένο και το πιο εύκολο στην πραγματοποίησή του σχήμα, θα πρέπει να κλαδέψετε τα μικρά φυτά μόλις φυτευτούν στην οριστική τους θέση, στο ύψος του τέταρτου ή πέμπτου «ματιού» (η εργασία αυτή γίνεται στο τέλος του χειμώνα). Αυτό το κόψιμο βοηθάει το σχηματισμό των πλευρικών διακλαδώσεων. Επιπλέον παραχώνετε το φυτό, για να το βοηθήσετε να βγάλει παραφυάδες.
Κλάδεμα καρποφορίας. Το φραγκοστάφυλο σχηματίζει καρπούς στα κλαδιά ενός χρόνου. Στο τέλος του καλοκαιριού, όταν στο φυτό έχει τελειώσει η καρποφορία, αφαιρούνται όλοι οι κλάδοι που έχουν καρποφορήσει. Τα καρποφόρα κλαδιά ενός χρόνου πρέπει να βγαίνουν πάνω σε κλαδιά όχι πολύ γέρικα (ηλικίας το πολύ 4 χρόνων). Γι' αυτό τα κλαδιά που φέρουν καρποφόρα κλαδιά αντικαθίστανται περιοδικά: κάθε χρόνο κόβετε από τη βάση τους περίπου το 1/3 αυτών των γέρικων κλαδιών και τα αντικαθιστάτε με τις παραφυάδες, που βγαίνουν συνέχεια από τις ρίζες του φυτού. Το κλάδεμα αυτό γίνεται στο τέλος του χειμώνα, όταν είναι καλές οι κλιματολογικές συνθήκες.

 

FASKOMHLOΣάλβια η φαρμακευτική (Salvia officinalis)
Οικογένεια: Χειλανθή ή Λαμπιάτα (Labiatae)
Η Σάλβια η φαρμακευτική είναι φρυγανώδες πολυετές είδος, που κατάγεται από τη νότια Ευρώπη και απαντά αυτοφυές στις παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας μας. Είναι ένα αρωματικό φυτό που καλλιεργείται συχνότατα στους κήπους, ακόμα και σε περιοχές με δυσμενές κλίμα, αλλά στην περίπτωση αυτή πρέπει να προστατεύεται από το κρύο. Τα αποξηραμένα φύλλα του χάνουν, σχετικά εύκολα, τη γεύση και το άρωμα που έχουν όταν είναι νωπά, γι' αυτό και δεν πρέπει να διατηρούνται για μεγάλο διάστημα. Το φυτό έχει και φαρμακευτικές ιδιότητες. Από τα φύλλα και τις ανθισμένες κορυφές του εξάγεται ένα αιθέριο έλαιο.
Η Σάλβια η φαρμακευτική είναι ένας διακλαδισμένος θάμνος, ύψους 1 περίπου μ., με έμμισχα, ωοειδή και λογχοειδή, ανοιχτοπράσινα φύλλα, τραχιά στην επάνω επιφάνεια και χνουδωτά στην κάτω.
Τα λουλούδια έχουν μοβ χρώμα και ανοίγουν τον Ιούνιο, ενωμένα σε επάκριους στάχεις.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η σάλβια είναι κατάλληλη για ήπια κλίματα. Γι' αυτό, στις περιοχές με δριμείς χειμώνες, πρέπει, για να ζήσει, να φυτευτεί σε εξαιρετικά προφυλαγμένο μέρος, με πολύ καλή έκθεση, αλλά και να προστατεύεται αποτελεσματικά (με άχυρο ή πλαστικό) ολόκληρο το φυτό κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Τα φυτά, πάντως, που έχουν αναπτυχθεί σε ξερά και ηλιόλουστα μέρη έχουν πιο αρωματικά φύλλα. Προσαρμόζεται σε οποιοδήποτε τύπο εδάφους αλλά ευδοκιμεί περισσότερο σε γόνιμα, διαπερατά ή καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη, που δεν αφήνουν το νερό να λιμνάζει.
Εκτός από τα κανονικά σκαλίσματα για την καταπολέμηση των ζιζάνιων πρέπει να υποβοηθήσετε τα φυτά από τον πρώτο χρόνο, ώστε να σχηματίζουν ένα πυκνό θύσανο με γερές ρίζες, γεγονός που επιτυγχάνεται τόσο με συχνό παράχωμα και πλάγιασμα των πλευρικών βλαστών του θυσάνου, ώστε ν' αναπτύξουν και αυτοί ρίζες, όσο και με τον περιορισμό της πρώτης συλλογής φύλλων, για να μην εξασθενίσει πολύ η βλαστητική δύναμη του φυτού.
Η συλλογή των φύλλων μπορεί να γίνεται οποτεδήποτε, αλλά το άρωμά τους είναι πιο έντονο όταν συλλέγονται πριν από την ανθοφορία.

Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με μοσχεύματα τρυφερού ξύλου, που τοποθετούνται για ριζοβόληση στις αρχές του καλοκαιριού και μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση την επόμενη άνοιξη, σε γραμμές και σε αποστάσεις 50-60 εκατ. προς κάθε κατεύθυνση.

 

LEVANTAΛεβάντα
Λαβαντούλα (Lavandula)
Οικογένεια: Χειλανθή ή Λαμπιάτα (Labiatae)
Κοινά ονόματα: αγριολεβάντα, λαμπρή, μαυροκέφαλο, χαμολίβανο, καλογερόχορτο
Γένος που περιλαμβάνει 28 περίπου είδη φρυγανωδών ή θαμνωδών αειθαλών και ανθεκτικών φυτών, τα οποία κατάγονται από τις παραμεσόγειες περιοχές και τα νησιά του Ατλαντικού (Αζόρες, Μαδέρα, Κανάριοι νήσοι, κλπ.).
Έχουν επιμήκη γκριζοπράσινα φύλλα και σωληνοειδή λουλούδια, ενωμένα σε επάκριους στάχεις, που συχνά περιβάλλονται από χρωματιστά βράκτεια.
Οι λεβάντες είναι αρωματικά φυτά αλλά το άρωμά τους ποικίλλει ανάλογα με το είδος και την ποικιλία. Γίνεται, μάλιστα, πιο λεπτό όταν καλλιεργούνται σε πυριτικά εδάφη. Η λεβάντα είναι κατάλληλη για να σχηματίζει μπορντούρες και φυτικούς φράχτες, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την κάλυψη άγονων εκτάσεων. Το αιθέριο έλαιο που παράγεται με απόσταξη των λουλουδιών της χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και τη σαπωνοποιία. Τα αποξηραμένα λουλούδια της, τοποθετημένα μέσα σε σακουλάκια, χρησιμοποιούνται για τον αρωματισμό των ασπρόρουχων στα συρτάρια ή για την παρασκευή μειγμάτων από αρωματικά βότανα. Η λεβάντα χρησιμοποιείται και στη μαγειρική, για την παρασκευή ζελατίνας. Επίσης είναι περιζήτητο το μέλι από λεβάντα.
Είδη και ποικιλίες
Λαβαντούλα x υβρίδιο (Lavandula x hybrida). Προέρχεαι από διασταύρωση των ειδών Λαβαντούλα η πλατύφυλλος (L. latifolia) και Λαβαντούλα η γνήσια (L. vera). Είναι εύρωστο φυτό και φτάνει σε ύψος τα 50-70 εκατ. Έχει μεγάλα φύλλα, που σκεπάζονται από λεπτό χνούδι το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι παίρνουν ένα πράσινο χρώμα που θυμίζει το χρώμα των φύλλων της φασκομηλιάς. Τα ανθοφόρα στελέχη είναι ξυλώδη και πολύ διακλαδισμένα στο επάνω μέρος τους. Όσο για τα λουλούδια, έχουν γκρίζο – γλαυκό κάλυκα, κυανόχρωμη στεφάνη και άγονους στήμονες. Ανθίζει τον Ιούλιο – Αύγουστο.
Λαβαντούλα η πλατύφυλλος (Lavandula latifolia). Το είδος αυτό κατάγεται από τις παραμεσόγειες περιοχές και φτάνει σε ύψος 30-80 εκατ. Έχει σπατουλοειδή, χνουδωτά φύλλα, με ασημόγκριζη απόχρωση και ωχρογάλαζα λουλούδια που σχηματίζουν επάκριες ταξιανθίες και περιβάλλονται από γραμμοειδή, πρασινωπά βράκτεια. Ανθίζει κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο και δεν αντέχει τους χειμερινούς παγετούς.
Λαβαντούλα η σταχυώδης (Lavandula spica). Κατάγεται από τις παραμεσόγειες περιοχές και φτάνει σε ύψος 0.5-1 μ. Έχει γραμμοειδή, ασημόγκριζα φύλλα και γκριζογάλανα λουλούδια, που ανοίγουν ενωμένα σε επάκριες ταξιανθίες μήκους 5-8 εκατ., από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο. Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε: τη "Hidcoté" γνωστή και σαν Λαβαντούλα νάνα μελανοπόρφυρη (Lavandula nana alropurpurea), που φτάνει σε ύψος 30-60 εκατ. και σε διάμετρο 40-60 εκατ. Πρόκειται για συμπαγές φυτό, με γαλάζια – πορφυρά και ιώδη λουλούδια, που σχηματίζουν επάκριες ταξιανθίες μήκους 5 εκατ. Η ποικιλία "Twickle Purple" εξάλλου, φτάνει σε ύψος και διάμετρο 0.5-1 μ., παρουσιάζει λεπτούς ανθοφόρους στάχεις με ιώδες χρώμα, ενώ η "Munstead", περιορισμένων διαστάσεων, είναι κατάλληλη για το σχηματισμό φυσικών φραχτών.
Λαβαντούλα η στοιχάς (Lavandula stoechas). Κατάγεται από τις παραμεσόγειες χώρες και φτάνει σε ύψος 60 εκατ. Έχει γραμμοειδή γκριζοπράσινα φύλλα. Διακρίνεται από τα άλλα είδη από τις ταξιανθίες της, που σχηματίζουν τετράγωνους στάχεις, μήκους 2.5-5 εκατ., και περιβάλλονται από ιώδη βράκτεια, τα οποία διατηρούνται πάνω στο φυτό, ακόμα και μετά την πτώση των λουλουδιών. Ανθίζει από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο.
Λαβαντούλα η γνήσια (Lavandula vera). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη και φτάνει σε ύψος 20-60 εκατ. και σε διάμετρο 0.5-1 μ. Τα ανθοφόρα κλαδιά της είναι απλά, μακριά και απογυμνωμένα, ενώ τα φύλλα της είναι γραμμοειδή και έχουν γκριζοπράσινο χρώμα. Τα λουλούδια της έχουν γαλάζιο – ιώδες χρώμα και εμφανίζονται ενωμένα σε στάχεις μήκους 6 εκατ. Ανθίζει από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο. Από τις διάφορες ποικιλίες της αναφέρουμε τη «Νάνα λευκή» ("Nana Alba") με ύψος και διάμετρο 30 εκατ., γκριζοπράσινα φύλλα και λευκά λουλούδια, ενωμένα σε στάχεις μήκους 3-5 εκατ., και τη Nana Mustead" με σκούρα κόκκινα – πορφυρά λουλούδια.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η λεβάντα ευδοκιμεί σε καλά αποστραγγιζόμενα και μάλλον ασβεστώδη εδάφη, καθώς και σε μέρη προσήλια. Φυτεύεται τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο ή την άνοιξη. Τα φυτά που χρησιμοποιούνται για να σχηματίσουν φράχτες πρέπει να φυτεύονται σε απόσταση 20-30 εκατ. το ένα από το άλλο. Τα λουλούδια της λεβάντας, τα οποία προορίζονται για αποξήρανση, πρέπει να συλλέγονται πριν ανοίξουν· στη συνέχεια δένονται σε δέσμες και στεγνώνουν σε καλά αεριζόμενα, σκιερά και δροσερά μέρη.
Πολλαπλασιασμός
Η λεβάντα πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα μήκους 10 εκατ., που κόβονται προς το τέλος του καλοκαιριού από τους πλάγιους, μη ανθοφόρους βλαστούς, και φυτεύονται σε ψυχρά κασόνια, καθώς και σ' ένα μείγμα από άμμο και τύρφη σε ίσα μέρη. Την επόμενη άνοιξη φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Τα μοσχεύματα μπορούν να κοπούν και σε μήκος 15-20 εκατ., οπότε φυτεύονται κατευθείαν στην οριστική τους θέση, κατά το φθινόπωρο.
Κλάδεμα
Μετά την ανθοφορία πρέπει να κόβονται σύρριζα όλα τα ανθοφόρα στελέχη και να κορφολογούνται ελαφρά τα φυτά. Κατά τον Μάρτιο – Απρίλιο κόβονται σύρριζα τα απογυμνωμένα φυτά, ώστε ν' αποκτήσουν ξανά θαμνώδη εμφάνιση και να βοηθηθεί η ανάπτυξη νέων βλαστών από τη βάση. Οι φυσικοί φράχτες πρέπει να κλαδεύονται τον Μάρτιο – Απρίλιο. Επειδή οι θάμνοι με το χρόνο χάνουν τα φύλλα τους, καλό θα είναι κάθε 5-6 χρόνια ν' αντικαθίστανται τα παλιά φυτά με νέα.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η λεβάντα προσβάλλεται συχνά από μύκητες του είδους Αρμιλλάρια (Armillaria), που είναι πολύ επικίνδυνοι. Η μόνη μέθοδος ριζικής καταπολέμησής τους είναι το ξερίζωμα των προσβλημένων φυτών και η απολύμανση του εδάφους. Επίσης η σεπτόρια της λεβάντας (Septoria lavandulae) προκαλεί την εμφάνιση κηλίδων πάνω στα φύλλα. Καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό και άλλα μυκητοκτόνα φάρμακα. Ένας άλλος μύκητας του είδους phoma προκαλεί την μάρανση των νεαρών βλασταριών, το μαύρισμα στα κλαδιά και τη σήψη των ριζών. Η τεφρή σήψη (Botrytis cinerea) εξάλλου, προσβάλλει τους βλαστούς, κυρίως κατά τις υγρές εποχές. Καταπολεμάται με ψεκασμούς που έχουν σαν βάση το TMTD ή το Κάπταν. Επίσης μερικά είδη κάμπιας προσβάλλουν τους νέους βλαστούς και μπορούν να καταστρέψουν τα φύλλα και τα λουλούδια. Καταπολεμούνται εύκολα με ειδικά εντομοκτόνα φάρμακα, που όμως δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την εποχή της ανθοφορίας, για να μη δηλητηριάζονται οι μέλισσες.